Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, τόνισε ότι η Αμερική οφείλει να αποκτήσει τη Γροιλανδία, προκειμένου να αποτρέψει ενδεχόμενη κατάληψη του νησιού από τη Ρωσία ή την Κίνα στο μέλλον.
Σε δηλώσεις του στον Λευκό Οίκο, κατά τη διάρκεια συνάντησης με στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών, ο Τραμπ ανέφερε: «Θα κάνουμε κάτι για τη Γροιλανδία, είτε τους αρέσει είτε όχι. Επειδή εάν δεν το κάνουμε, η Ρωσία ή η Κίνα θα καταλάβουν τη Γροιλανδία. Και δεν πρόκειται να έχουμε γείτονα τη Ρωσία ή την Κίνα».
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, οι υπάρχουσες συμφωνίες, όπως αυτή του 1951 που επιτρέπει στις ΗΠΑ στρατιωτική παρουσία στο νησί, δεν επαρκούν για την προστασία της περιοχής. Ο Τραμπ υπογράμμισε ότι «υπερασπίζεσαι την ιδιοκτησία. Δεν υπερασπίζεσαι τις μισθώσεις. Και εμείς θα πρέπει να υπερασπιστούμε τη Γροιλανδία. Αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνει η Κίνα ή η Ρωσία».
Επανερχόμενος στο θέμα μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ επικαλέστηκε λόγους εθνικής ασφαλείας, εκφράζοντας επανειλημμένα την επιθυμία των ΗΠΑ να προσαρτήσουν τη Γροιλανδία, χωρίς να αποκλείει ακόμα και το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης για την επίτευξη του στόχου.
Η Γροιλανδία έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι προς πώληση, διατηρώντας το δικαίωμα να αποφασίσει αυτόνομα για το μέλλον της. Το νησί αποτελεί πρώην αποικία της Δανίας από το 1953, ενώ το 1979 απέκτησε περιορισμένη αυτονομία. Ωστόσο, η Κοπεγχάγη εξακολουθεί να ελέγχει την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τη νομισματική πολιτική, παρέχοντας στη Γροιλανδία οικονομική ενίσχυση που ανέρχεται σε περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως.
Το 2009, μετά από δημοψήφισμα, η Γροιλανδία απέκτησε το δικαίωμα να κηρύξει πλήρη ανεξαρτησία, χωρίς ωστόσο να το έχει πράξει, λόγω ανησυχιών για το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων.
Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση κατά της Γροιλανδίας ή άλλου μέλους του ΝΑΤΟ θα οδηγούσε σε διάλυση της Συμμαχίας και θα σηματοδοτούσε το τέλος της μεταπολεμικής δομής ασφαλείας.