Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα απαίτησε την ακύρωση της καταδίκης του φιλοδημοκρατικού πρώην μεγιστάνα των ΜΜΕ Τζίμι Λάι σε κάθειρξη 20 ετών, ζητώντας την «άμεση απελευθέρωσή του για ανθρωπιστικούς λόγους».
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Φόλκερ Τουρκ, η ετυμηγορία αυτή «καταδεικνύει πώς αόριστες και υπερβολικά ευρείες διατάξεις του νόμου του Χονγκ Κονγκ για την εθνική ασφάλεια μπορούν να ερμηνευθούν και να εφαρμοστούν κατά παράβαση των διεθνών υποχρεώσεων του Χονγκ Κονγκ στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η απόφαση «θα πρέπει γρήγορα να ακυρωθεί γιατί δεν συνάδει με το διεθνές δίκαιο».
Ο Ύπατος Αρμοστής ζητά την άμεση απελευθέρωση του Τζίμι Λάι λόγω της προχωρημένης ηλικίας, της κατάστασης της υγείας του και του γεγονότος ότι έχει περάσει ήδη περισσότερα από τέσσερα χρόνια υπό κράτηση.
Η ποινή, που επιβλήθηκε παρά τις διεθνείς πιέσεις, είναι η βαρύτερη που έχει ανακοινωθεί βάσει του νόμου για την εθνική ασφάλεια που επέβαλε το 2020 η Κίνα, μετά τις διαδηλώσεις που συγκλόνισαν την περιοχή το 2019. Το Χονγκ Κονγκ είχε εκχωρηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κίνα το 1997.
Ο γιος του Τζίμι Λάι, Σεμπαστιάν, εξέφρασε την ανησυχία του για τη φθίνουσα υγεία του 78χρονου πατέρα του, δηλώνοντας πως «το να καταδικάζεται ο πατέρας μου σε αυτή την τεράστια ποινή είναι καταστροφικό για την οικογένειά μας και θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο. Σημαδεύει την πλήρη καταστροφή του δικαστικού συστήματος του Χονγκ Κονγκ και το τέλος της δικαιοσύνης».
Ανησυχία για την ελευθερία του Τύπου στο Χονγκ Κονγκ
Η Ύπατη Αρμοστεία για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ανέφερε ότι εξέτασε την ετυμηγορία και «ανησυχεί για το ότι ποινικοποιεί την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, περιλαμβανομένης της ελευθερίας του Τύπου». Ο Φόλκερ Τουρκ υπογράμμισε πως «ο Τζίμι Λάι είναι ένας εκδότης που καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 ετών επειδή άσκησε τα δικαιώματά του που προστατεύονται από το διεθνές δίκαιο».
Ο επιχειρηματίας κρίθηκε ένοχος στις 15 Δεκεμβρίου και διέτρεχε τον κίνδυνο ισόβιας κάθειρξης. Το δικαστήριο συμπεριέλαβε στα 20 έτη δύο χρόνια ποινής για απάτη, γεγονός που σημαίνει ότι θα εκτίσει 18 χρόνια επιπλέον.
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ επισήμανε επίσης ότι μετά την εισαγωγή του νόμου για την εθνική ασφάλεια το 2020 και της διάταξης για διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας το 2024, η ελευθερία του Τύπου έχει επιδεινωθεί σημαντικά στο Χονγκ Κονγκ. Πολλά ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης έχουν κλείσει, δεκάδες δημοσιογράφοι έχουν συλληφθεί και οι ξένοι συντάκτες αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς στη χορήγηση βίζας και διαπίστευσης.
«Εγγράφεται σε μια ευρύτερη κατασταλτική τάση στο Χονγκ Κονγκ, όπου εκατοντάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί ή διώκονται με βάση τους νόμους αυτούς», σημείωσε ο Φόλκερ Τουρκ.
Από την πλευρά της, η οργάνωση Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα (RSF) καταδίκασε την απόφαση, τονίζοντας ότι αποτελεί «την πλήρη κατάρρευση της ελευθερίας του Τύπου στο Χονγκ Κονγκ». Ο γενικός διευθυντής της οργάνωσης, Τιμπό Μπρουτάν, δήλωσε: «Σήμερα η αυλαία πέφτει για την ελευθερία του Τύπου στο Χονγκ Κονγκ. Εξεγειρόμαστε για τις βαριές ποινές που επιβλήθηκαν στον Τζίμι Λάι και στα στελέχη της Apple Daily».