Οι περισσότεροι από τριάντα ηγέτες που συμμετείχαν σε τηλεδιάσκεψη κορυφής για το Ουκρανικό, έπειτα από πρόσκληση του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, επιβεβαίωσαν την «πλήρη και διαρκή υποστήριξή» τους στον πρόεδρο Ζελένσκι και τον λαό της Ουκρανίας. Όπως τονίζεται, ο ουκρανικός λαός συνεχίζει να αγωνίζεται για την «ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την υπεράσπιση της ελευθερίας στην Ευρώπη».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση που εκδόθηκε μετά το πέρας της τηλεδιάσκεψης, οι ηγέτες επανέλαβαν «την ακλόνητη δέσμευσή τους» να συνεργαστούν για την επίτευξη μιας δίκαιης και διαρκούς ειρήνης, στη βάση των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα, υπογράμμισαν ότι τα «διεθνή σύνορα δεν πρέπει να αλλάζουν με τη βία».
Οι συμμετέχοντες χαιρέτισαν τις συνεχιζόμενες προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών για την προώθηση ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, επισημαίνοντας ότι πρέπει να συμμετέχουν όλα τα «σχετικά μέρη», όταν διακυβεύονται τα συμφέροντά τους.
Παράλληλα, κάλεσαν τη Ρωσία να λάβει μέρος στις συζητήσεις με ουσιαστικό τρόπο και να αποδεχθεί μια πλήρη, «άνευ όρων εκεχειρία». Επανέλαβαν επίσης τη σημασία του ρόλου του Συνασπισμού των Προθύμων στην παροχή πολυεπίπεδων εγγυήσεων ασφάλειας, μέσω και της Πολυεθνικής Δύναμης για την Ουκρανία, με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι ηγέτες δεσμεύτηκαν να εντείνουν την οικονομική πίεση στη Ρωσία, «μέσω πρόσθετων κυρώσεων και στοχεύοντας τον ρωσικό σκιώδη στόλο και τα δίκτυα εμπορίας πετρελαίου, τη ρωσική στρατιωτική βιομηχανία και διαταράσσοντας τα χρηματοοικονομικά δίκτυα της Ρωσίας».
Επιπλέον, ανακοίνωσαν τη συνέχιση της υποστήριξης προς τις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συστημάτων αεράμυνας. Τόνισαν το υψηλό κόστος που έχει καταβάλει η Ρωσία για τα περιορισμένα κέρδη της στο πεδίο της μάχης και χαιρέτισαν τις πρόσφατες επιτυχείς ουκρανικές αντεπιθέσεις για την ανάκτηση εδαφών.
Τέλος, δεσμεύτηκαν να συνεχίσουν την παροχή στρατιωτικής και δημοσιονομικής στήριξης στο Κίεβο, μέσω του δανείου ύψους 90 δισ. ευρώ και των διμερών συνεισφορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.