Η ομοσπονδιακή υπηρεσία τελωνείων των ΗΠΑ (CBP) δήλωσε ενώπιον Αμερικανού δικαστή ότι αδυνατεί να ξεκινήσει την επιστροφή των δασμών που ακύρωσε στα μέσα Φεβρουαρίου το Ανώτατο Δικαστήριο. Η υπόθεση αφορά σημαντικά ποσά που επηρεάζουν χιλιάδες επιχειρήσεις εισαγωγών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δικαστής του Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου (CIT) ζήτησε από τη CBP να υπολογίσει το κόστος των εισαγωγών της τελευταίας χρονιάς χωρίς τους επιπρόσθετους δασμούς που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία αποζημίωσης των επιχειρήσεων.
Στην απάντησή της προς το CIT, η υπηρεσία εξήγησε ότι δεν διαθέτει τα απαραίτητα μέσα για να εφαρμόσει την εντολή του Δικαστηρίου, επικαλούμενη τον «άνευ προηγουμένου όγκο των πιθανών επιστροφών». Όπως σημείωσε, οι διοικητικές διαδικασίες και η υπάρχουσα τεχνολογία δεν είναι σχεδιασμένες για έργο τέτοιας κλίμακας.
Η CBP ανέφερε ότι η εφαρμογή της απόφασης θα απαιτούσε τη διάθεση μεγάλου μέρους του προσωπικού της, εις βάρος άλλων κρίσιμων αποστολών που σχετίζονται με την προστασία της εθνικής και οικονομικής ασφάλειας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της υπηρεσίας, περίπου 330.000 επιχειρήσεις πραγματοποίησαν εισαγωγές μετά την επιβολή των δασμών του Τραμπ, οι οποίοι απέφεραν συνολικά 166 δισεκατομμύρια δολάρια. Τα ποσά αυτά αναμένεται πλέον να επιστραφούν, εφόσον ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου και οι νέοι δασμοί
Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε στις 20 Φεβρουαρίου το μεγαλύτερο μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ο Τραμπ βάσει του νόμου IEEPA του 1977, κρίνοντας αντισυνταγματική την επιβολή φορολόγησης χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε άμεσα νέο δασμό 10% για όλες τις χώρες, επικαλούμενος διαφορετικό νομικό πλαίσιο.
Η CBP διευκρίνισε ότι διέκοψε τη συλλογή δασμών βάσει του IEEPA από τις 24 Φεβρουαρίου, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για αποζημιώσεις προς τις επιχειρήσεις. Πολλές εταιρείες έχουν ήδη προσφύγει στη δικαιοσύνη διεκδικώντας τα ποσά που κατέβαλαν.
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι θα αναμένει τις τελικές δικαστικές αποφάσεις προτού προχωρήσει στην επιστροφή των χρημάτων στους δικαιούχους.