Ηγετική μορφή των Ιρανών αντικαθεστωτικών κατηγόρησε σήμερα τις ευρωπαϊκές χώρες για αδράνεια απέναντι στις συνεχιζόμενες εκτελέσεις στο Ιράν, μετά τη νέα εκτέλεση που ανακοίνωσε η Τεχεράνη. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι πρόκειται για προσπάθεια καταστολής κάθε διαφωνίας εν μέσω πολεμικής σύγκρουσης.
Σύμφωνα με τον ιστότοπο της ιρανικής δικαιοσύνης Mizan, εκτελέστηκε άνδρας που είχε καταδικαστεί για κατασκοπεία υπέρ της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών και για διαρροή ευαίσθητων δεδομένων.
«Η σιωπή ηγετών και κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπροστά σε αυτό το κύμα πολιτικών εκτελέσεων στο Ιράν είναι αδικαιολήτη», δήλωσε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η Μαριάμ Ρατζαβί, εκλεγείσα πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης του Ιράν, με έδρα το Παρίσι. Το Συμβούλιο αποτελεί την πολιτική πτέρυγα της Οργάνωσης των Μουτζαχεντίν του Λαού του Ιράν (PMOI).
Η Ρατζαβί προειδοποίησε ότι «τέτοια σιωπή όχι μόνο ενισχύει το καθεστώς να συνεχίσει τις εκτελέσεις αλλά αποτελεί και ένδειξη αδυναμίας, ενθαρρύνοντάς το να επιμείνει στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων και τις τρομοκρατικές παρεμβάσεις στην περιοχή».
Πρόσθεσε ότι πριν από τη σημερινή εκτέλεση, 16 πολιτικοί κρατούμενοι είχαν εκτελεστεί μέσα σε έναν μήνα, ανάμεσά τους και οκτώ μέλη της PMOI.
Κλιμάκωση της καταστολής στο εσωτερικό
Οι ιρανικές αρχές φέρονται να έχουν σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικών διαδηλώσεων τον Ιανουάριο, στη χειρότερη εσωτερική αναταραχή από την εποχή της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979.
Όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τις επιθέσεις τους στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, δήλωσαν ότι στόχος τους ήταν να αποδυναμώσουν τις ιρανικές αρχές ώστε οι πολίτες να μπορέσουν να ανατρέψουν την κυβέρνηση.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις οργανωμένης διαφωνίας εντός της χώρας, ενώ οργανώσεις υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταγγέλλουν αυξανόμενα μέτρα καταστολής κατά των αντιφρονούντων.
Η οργάνωση Ανθρώπινα Δικαιώματα Ιράν, με έδρα τη Νορβηγία, ανακοίνωσε ότι τουλάχιστον 3.646 άτομα έχουν συλληφθεί, συμπεριλαμβανομένων 767 μετά την έναρξη της εκεχειρίας στις 8 Απριλίου.