Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη του τρέχοντος και του επόμενου έτους, υπό τη σκιά της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομίας, τις οποίες παρουσίασε η υπουργός Κατερίνα Ράιχε, το ΑΕΠ της χώρας αναμένεται να αυξηθεί φέτος μόλις κατά 0,5%, έναντι 1,0% που είχε προβλεφθεί προηγουμένως. «Η οικονομική ανάκαμψη που αναμένεται φέτος παρεμποδίζεται για άλλη μια φορά από εξωτερικά γεωπολιτικά σοκ.
Ο πόλεμος στο Ιράν αυξάνει τις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών. Αυτό ασκεί πίεση στα ιδιωτικά νοικοκυριά και αυξάνει το κόστος για τη γερμανική οικονομία», ανέφερε η κυρία Ράιχε. Για το 2027, η ανάπτυξη εκτιμάται στο 0,9%, έναντι 1,3% της προηγούμενης πρόβλεψης.
Οι εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό αναθεωρήθηκαν επίσης: οι τιμές καταναλωτή αναμένεται να αυξηθούν κατά 2,7% φέτος και κατά 2,8% το 2027. Η αύξηση των τιμών περιορίζει τη δυνατότητα κατανάλωσης των νοικοκυριών, των οποίων οι δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν μόλις κατά 0,4% το 2026 και 0,5% το 2027.
Παράλληλα, το εξωτερικό εμπόριο παραμένει σε κρίση, με τις εξαγωγές να εκτιμάται ότι θα μείνουν στάσιμες φέτος και θα αυξηθούν κατά 1,3% το επόμενο έτος. Εκτός από τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, το πλήγμα εντείνουν οι αυξανόμενες δυσκολίες στον διεθνή ανταγωνισμό και η συνεχιζόμενη μείωση της παραγωγικής ικανότητας.
Η κυρία Ράιχε επεσήμανε ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης στηρίζεται στην επέκταση των δημοσίων δαπανών, κυρίως σε τομείς όπως η άμυνα και οι υποδομές, αξιοποιώντας το «ειδικό ταμείο» και την προσωρινή αναστολή του «φρένου χρέους».
Αναφερόμενη στις διεθνείς εξελίξεις, η υπουργός σημείωσε ότι η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν έχει αποδυναμώσει την παγκόσμια οικονομία, επηρεάζοντας άμεσα και τη Γερμανία.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ περιόρισε τον ενεργειακό εφοδιασμό και αύξησε τις τιμές της ενέργειας, με συνέπεια την άνοδο του κόστους σε προϊόντα και υπηρεσίες.
Τόνισε την ανάγκη για «γρήγορες και αποφασιστικές» διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, προειδοποιώντας ότι χωρίς αυτές «η χώρα μας δεν έχει τα θεμέλια για να εξασφαλίσει μελλοντική ανάπτυξη και ευημερία», καθώς «οι αντιξοότητες έχουν ενταθεί».
Η ανεργία αναμένεται να παραμείνει στο υψηλό επίπεδο του 6,3%, γεγονός που, όπως υπογράμμισε η υπουργός, συνιστά διαρθρωτικό πρόβλημα. Η μείωση του αριθμού των εργαζομένων περιορίζει το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας και επιβραδύνει την ανάκαμψη.