Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα φαίνεται να πλησιάζει ξανά σε αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο, εφόσον οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές και η σύγκρουση που σχετίζεται με το Ιράν δεν αποκλιμακωθεί.
Το βασικό ζήτημα για τους κεντρικούς τραπεζίτες είναι ότι ο πληθωρισμός ανεβαίνει ξανά, ενώ η ανάπτυξη στην ευρωζώνη παραμένει αδύναμη.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, άφησε να εννοηθεί ότι μια αύξηση επιτοκίων θα εξεταστεί σοβαρά στην επόμενη συνεδρίαση.
Όπως ανέφερε, «οι επόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες» για την αξιολόγηση της πορείας της οικονομίας και του πληθωρισμού.
Προς το παρόν, το επιτόκιο καταθέσεων παραμένει στο 2%, όμως οι νέες οικονομικές προβλέψεις του Ιουνίου θα δώσουν στην ΕΚΤ πιο καθαρή εικόνα για το αν χρειάζεται πιο αυστηρή πολιτική.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ συζήτησαν αύξηση επιτοκίων στην τελευταία συνεδρίαση, αλλά τελικά αποφάσισαν να περιμένουν.
Η βασική ανησυχία είναι ότι η άνοδος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου μπορεί να περάσει στις τελικές τιμές και να κρατήσει τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο για μεγαλύτερο διάστημα.
Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έχει ανέβει στο 3%, κυρίως λόγω της ενέργειας. Την ίδια στιγμή, η οικονομία δείχνει αδύναμη, με ανάπτυξη μόλις 0,1% το πρώτο τρίμηνο.
Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την ΕΚΤ: αν αυξήσει τα επιτόκια, μπορεί να πιέσει ακόμη περισσότερο την οικονομία· αν δεν τα αυξήσει, υπάρχει κίνδυνος ο πληθωρισμός να παραμείνει υψηλός
Η ΕΚΤ ζυγίζει τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού
Η Λαγκάρντ προσπάθησε πάντως να χαμηλώσει τους τόνους γύρω από τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.
Ωστόσο, αναγνώρισε ότι η οικονομία της ευρωζώνης απομακρύνεται από το προηγούμενο βασικό σενάριο της ΕΚΤ.
Οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν βλέπουν ακόμη έντονα σημάδια «δεύτερου γύρου», δηλαδή μεγάλες αυξήσεις μισθών ή γενικευμένες ανατιμήσεις πέρα από την ενέργεια. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν προχώρησαν άμεσα σε αύξηση επιτοκίων.
Παρόλα αυτά, αν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές και η κρίση με το Ιράν συνεχιστεί, η πίεση για αύξηση επιτοκίων θα γίνει ισχυρότερη.
Οι αγορές ήδη προεξοφλούν αρκετές αυξήσεις μέσα στο έτος, αν και ορισμένοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η ΕΚΤ μπορεί να κινηθεί πιο προσεκτικά.
Η BoE βλέπει αυξήσεις επιτοκίων αν επιμείνει η ενεργειακή κρίση
Ανάλογη εικόνα υπάρχει και στη Βρετανία. Η Τράπεζα της Αγγλίας κράτησε αμετάβλητα τα επιτόκια, όμως αρκετά μέλη της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής έδειξαν ότι μπορεί σύντομα να στηρίξουν αύξηση.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της BoE, Χιου Πιλ, τάχθηκε υπέρ άμεσης αύξησης κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες, δείχνοντας ότι η ανησυχία για τον πληθωρισμό μεγαλώνει.
Η Τράπεζα της Αγγλίας παρουσίασε διαφορετικά σενάρια για την πορεία της ενέργειας. Στα περισσότερα από αυτά, τα επιτόκια θα πρέπει να αυξηθούν.
Στο πιο αρνητικό σενάριο, όπου το πετρέλαιο μένει κοντά στα 130 δολάρια το βαρέλι, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να φτάσει στο 6,2% στις αρχές του 2027, κάτι που θα απαιτούσε σειρά αυξήσεων επιτοκίων.
Ο διοικητής της BoE, Άντριου Μπέιλι, εμφανίζεται πιο προσεκτικός. Υποστηρίζει ότι η αδύναμη οικονομία και οι πιο σφιχτές χρηματοπιστωτικές συνθήκες ήδη περιορίζουν μέρος των πληθωριστικών πιέσεων.
Ωστόσο, αναγνώρισε ότι μια παρατεταμένη διαταραχή στην ενέργεια θα δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους για την οικονομία.
Το πρόβλημα για την ΕΚΤ και την Τράπεζα της Αγγλίας είναι ότι ο πληθωρισμός δεν προέρχεται κυρίως από ισχυρή ζήτηση, αλλά από εξωτερικά σοκ, όπως η ενέργεια και η γεωπολιτική ένταση.
Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να μειώσουν τη ζήτηση, αλλά δεν μπορούν να αυξήσουν την προσφορά ενέργειας ούτε να λύσουν μια κρίση στη Μέση Ανατολή.
Γι’ αυτό, η διάρκεια της κρίσης που σχετίζεται με το Ιράν είναι πλέον καθοριστικός παράγοντας για τη νομισματική πολιτική. Αν οι εντάσεις μειωθούν και οι τιμές της ενέργειας σταθεροποιηθούν, οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να περιμένουν.
Αν όμως η κρίση συνεχιστεί και οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου μείνουν υψηλές, οι αυξήσεις επιτοκίων τον Ιούνιο θα γίνουν πολύ πιθανότερες.