Προς την άρση της υποχρέωσης έγκρισης από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό - SSM της ΕΚΤ για τις διανομές μερισμάτων των ελληνικών τραπεζών προς τους μετόχους τους προσανατολίζονται οι εποπτικές αρχές, αποσύροντας έναν από τους τελευταίους περιορισμούς – κληρονομία της μεγάλης κρίσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες του BD, ήδη έχουν πραγματοποιηθεί σχετικές διαβουλεύσεις και η υπόθεση βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο, ενώ το ζήτημα έχει την πλήρη στήριξη και της Τράπεζας της Ελλάδος.
Στόχος είναι από τη χρήση του 2026 η υποχρέωση έγκρισης των μερισμάτων, που ισχύει σήμερα, να αντικατασταθεί από την υποχρέωση απλής ενημέρωσης του SSM για το ύψος των σχεδιαζόμενων διανομών μερισμάτων των τραπεζών.
Υπενθυμίζουμε ότι το καθεστώς αυτό, δηλαδή η ενημέρωση της ΕΚΤ, ισχύει για τις κυπριακές τράπεζες εδώ και καιρό.
Με το ισχύον καθεστώς, κάτι που θα εφαρμοστεί και για τα κέρδη της χρήσης του 2025, δηλαδή τα μερίσματα που θα διανεμηθούν το 2026, οι ελληνικές τράπεζες είναι υποχρεωμένες να αποστέλλουν στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό – SSM την πρότασή τους για τη διανομή μερίσματος και πρέπει να λάβουν την έγκριση του SSM πριν προχωρήσουν.
Με τη χαλάρωση του πλαισίου οι τράπεζες θα πρέπει απλά να γνωστοποιούν τη μερισματική τους πολιτική.
Η υποχρέωση έγκρισης του μερίσματος από τον SSM αποτελεί έναν από τους τελευταίους μνημονιακούς περιορισμούς και πλέον δεν έχει καμία λογική, δεδομένης της θεαματικής βελτίωσης των οικονομικών της χώρας και της ακόμα πιο θεαματικής ισχυροποίησης των εγχώριων τραπεζών.
Η χαλάρωση του καθεστώτος έχει ιδιαίτερη συμβολική αξία, καθώς αποτελεί σημείο που σήμερα διαφοροποιεί και στιγματίζει τις ελληνικές τράπεζες από τις άλλες τράπεζες της ευρωζώνης.
Θεαματική η ισχυροποίηση των τραπεζών
Την προηγούμενη εβδομάδα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σε εκδήλωση τόνισε ότι οι εγχώριες τράπεζες έχουν θεραπεύσει πλήρως τις πληγές της μεγάλης κρίσης και έχουν ισχυροποιηθεί θεαματικά σε όλα τα επίπεδα: μείωση μη εξυπηρετούμενων δανείων, υψηλή κερδοφορία, διαφοροποίηση πηγών εσόδων, ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, υψηλή αποδοτικότητα.
Όπως σημείωσε στην ομιλία του ο κ. Στουρνάρας:
«Η αυξημένη κερδοφορία και οι ενέργειες ενίσχυσης των κεφαλαίων έχουν βελτιώσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου ανέρχεται σήμερα σε περίπου 20%, σημαντικά υψηλότερα από τις κανονιστικές απαιτήσεις, ενισχύοντας έτσι την ανθεκτικότητά τους.
Η βελτίωση αυτή αντικατοπτρίζεται στις εποπτικές αξιολογήσεις και την εμπιστοσύνη της αγοράς. Κανένα ελληνικό σημαντικό ίδρυμα δεν κατατάσσεται πλέον στην κατώτερη και πιο επικίνδυνη κατηγορία της εποπτικής αξιολόγησης, σηματοδοτώντας σαφή μετάβαση από μια προσέγγιση διαχείρισης κρίσης στην επάνοδο στην κανονικότητα όσον αφορά την άσκηση του εποπτικού έργου. Αυτό επέτρεψε τη διανομή μερισμάτων το 2024, για πρώτη φορά εδώ και 15 χρόνια.»
Με λίγα λόγια έχουν εκλείψει πλήρως, και μάλιστα εδώ και καιρό, οι ειδικοί λόγοι που είχαν θέσει τις εγχώριες τράπεζες σε ειδικό καθεστώς παρακολούθησης.
Υπογραμμίζεται ότι η άρση του περιορισμού δεν σημαίνει ότι οι διοικήσεις αποκτούν απόλυτη ελευθερία. Εξυπακούεται ότι ο επόπτης, ανά πάσα στιγμή και για σειρά λόγων, μπορεί να παρέμβει και να ζητήσει πιο συντηρητικές πολιτικές, αν κρίνει ότι οι κίνδυνοι αυξάνονται.
Και ο διοικητής της ΤτΕ έχει επισημάνει πολλές φορές ότι λόγω των μεγάλων αβεβαιοτήτων και της διεθνούς αναταραχής είναι απαραίτητο οι τράπεζες να διατηρούν αυξημένα «μαξιλάρια» ασφαλείας.
Έρχονται μεγαλύτερες διανομές
Με σύμμαχο την υψηλή κερδοφορία, την ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και την αναπόδραστη χαλάρωση του εποπτικού κορσέ, οι διοικήσεις των τραπεζών υιοθετούν πιο φιλόδοξους στόχους διανομών.
Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας, σε συναντήσεις της με αναλυτές, υπογραμμίζει ότι δεν βλέπει κάποιο εποπτικό εμπόδιο για τη διανομή ακόμα και του 100% των κερδών της, έχοντας δώσει καθοδήγηση για διανομή του 70% με 80% για τις χρήσεις του 2025 και 2026.
Υψηλότερες διανομές επιδιώκουν και οι διοίκηση της Eurobank, της Πειραιώς και της Alpha Bank.