Η κλιματική κρίση φέρνει σημαντικές προκλήσεις για τους Έλληνες οστρακοκαλλιεργητές, οι οποίοι καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο θαλάσσιο περιβάλλον. Ο αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με γνωστικό αντικείμενο την Αλιεία, Δημήτρης Κλαουδάτος, παρουσίασε κρίσιμα επιστημονικά δεδομένα για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στον κλάδο.
Μιλώντας στην επιστημονική ημερίδα με θέμα «Οστρακοκαλλιέργεια: Προκλήσεις και Προτάσεις για το Μέλλον», που διοργανώθηκε στο Συνεδριακό Κέντρο Σίνδου από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας - Θράκης, ο κ. Κλαουδάτος ανέφερε ότι η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει ήδη τις συνθήκες στις ελληνικές θάλασσες. Η άνοδος της θερμοκρασίας των υδάτων, οι μεταβολές στα θαλάσσια οικοσυστήματα και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα δημιουργούν ένα νέο, απαιτητικό πλαίσιο για την καλλιέργεια μυδιών και άλλων δίθυρων μαλακίων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η προσαρμογή δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Η επιλογή πιο ανθεκτικών ειδών, η βελτίωση των τεχνικών καλλιέργειας και η αξιοποίηση επιστημονικών δεδομένων για την παρακολούθηση της θερμοκρασίας και της ποιότητας των θαλάσσιων υδάτων αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο, βασικά εργαλεία για τη βιωσιμότητα του κλάδου.
Οι επιπτώσεις από την αύξηση της θερμοκρασίας
Η Μεσόγειος συγκαταλέγεται στις περιοχές που επηρεάζονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή, καθώς οι θερμοκρασίες των υδάτων αυξάνονται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν έντονα τους θαλάσσιους οργανισμούς και κυρίως τα δίθυρα μαλάκια, τα οποία είναι ευαίσθητα στις μεταβολές της θερμοκρασίας και της ποιότητας του νερού.
Επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η ανάπτυξη των διθύρων είναι βέλτιστη γύρω στους 28 βαθμούς Κελσίου, ενώ όταν η θερμοκρασία φτάνει ή ξεπερνά τους 32 βαθμούς, η βιωσιμότητα και η ανάπτυξή τους μειώνονται δραστικά. Αυτές οι μικρές διαφορές στη θερμοκρασία μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικές απώλειες παραγωγής.
Ένας πυλώνας της γαλάζιας οικονομίας
Η οστρακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα αποτελεί βασικό τομέα της γαλάζιας οικονομίας. Περιοχές όπως ο Θερμαϊκός Κόλπος διαθέτουν εκτεταμένες εγκαταστάσεις καλλιέργειας μυδιών, που στηρίζουν την εγχώρια αγορά και τις εξαγωγές προς την Ευρώπη. Ο κλάδος ενισχύει την απασχόληση και αποτελεί σημαντική πηγή εισοδήματος για τις παράκτιες κοινότητες.
Ωστόσο, οι αυξανόμενες θερμοκρασίες, οι αλλαγές στη διαθεσιμότητα τροφής και η πιθανή εμφάνιση νέων ασθενειών δημιουργούν πιέσεις στις καλλιέργειες. Οι παραγωγοί καλούνται να αναπροσαρμόσουν τις πρακτικές τους ώστε να διατηρήσουν την παραγωγικότητα και την ποιότητα.
Προσαρμογή και καινοτομία
Η επιστημονική κοινότητα προτείνει νέες στρατηγικές προσαρμογής. Η επιλογή ανθεκτικότερων ειδών, η βελτιστοποίηση των τεχνικών καλλιέργειας — όπως τα συστήματα longlines — και η χρήση εργαλείων παρακολούθησης της θερμοκρασίας και της ποιότητας του νερού θεωρούνται κρίσιμα βήματα για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του τομέα.
Παράλληλα, η οστρακοκαλλιέργεια συμβάλλει στην προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, καθώς τα δίθυρα μαλάκια λειτουργούν ως φυσικά φίλτρα, βελτιώνοντας την ποιότητα του νερού και ενισχύοντας τη βιοποικιλότητα. Έτσι, ο κλάδος αποκτά και περιβαλλοντική αξία πέρα από την οικονομική του σημασία.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Κλαουδάτος, η προσαρμογή στις νέες συνθήκες μπορεί να επιτρέψει στους Έλληνες παραγωγούς να ενισχύσουν τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής τους διεθνώς. Το μέλλον της ελληνικής οστρακοκαλλιέργειας θα κριθεί από την ικανότητα προσαρμογής και καινοτομίας, με στόχο τη συνέχιση της ανάπτυξης ακόμη και σε ένα θερμότερο θαλάσσιο περιβάλλον.