Το Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ (ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ) έδωσε στη δημοσιότητα τη νέα μελέτη του, που βασίζεται στα αποτελέσματα τριετούς έρευνας για την οργανωμένη φροντιστηριακή γενική εκπαίδευση στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η μελέτη επιχειρεί μια συστηματική και πολυμεθοδική προσέγγιση ενός πεδίου που μέχρι σήμερα δεν είχε ερευνηθεί σε τέτοιο βάθος. Στόχος είναι η ενίσχυση του επιστημονικού, εκπαιδευτικού και κοινωνικού διαλόγου γύρω από το φαινόμενο των φροντιστηρίων.
Βασικά ευρήματα της έρευνας
Η έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ καταγράφει σημαντική αύξηση των δαπανών των ελληνικών νοικοκυριών για φροντιστήρια. Το 2023, οι δαπάνες ανήλθαν σε 614 εκατ. ευρώ, το υψηλότερο ποσό της τελευταίας δεκαετίας, σημειώνοντας άνοδο 35,7% σε πραγματικές τιμές από το 2021.
Το 94,6% των δαπανών αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη σημασία των πανελλαδικών εξετάσεων. Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αντιστοιχεί το 4,2% των συνολικών δαπανών, οι οποίες τετραπλασιάστηκαν μέσα σε μία δεκαετία, φτάνοντας τα 26,1 εκατ. ευρώ το 2023.
Τα φροντιστήρια αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο το 52,3% της συνολικής ιδιωτικής εκπαιδευτικής δαπάνης των νοικοκυριών και το 9% της συνολικής τους καταναλωτικής δαπάνης, έναντι 7,5% το 2013. Η μέση οικογενειακή μηνιαία δαπάνη φτάνει τα 180 ευρώ, με μεγάλες ανισότητες μεταξύ των εισοδηματικών ομάδων.
Τα νοικοκυριά με εισόδημα έως 750 ευρώ διαθέτουν το 24,1% του ετήσιου εισοδήματός τους για φροντιστήρια, ενώ στις υψηλότερες εισοδηματικές τάξεις το ποσοστό περιορίζεται στο 3,3%. Παράλληλα, το 68%-70% των γονέων και νέων δηλώνουν ικανοποιημένοι από τη φροντιστηριακή εκπαίδευση, αν και το 50% των γονέων θεωρεί ότι επιβαρύνει οικονομικά την οικογένεια και υπερφορτώνει τους μαθητές.
Σχεδόν οι μισοί γονείς (48,7%) πιστεύουν ότι το παιδί τους δεν θα είχε επιτύχει στις πανελλαδικές εξετάσεις χωρίς τη βοήθεια φροντιστηρίου. Η ιδιωτική εκπαιδευτική δαπάνη αντιστοιχεί πλέον στο 14% των δημόσιων δαπανών για την εκπαίδευση, ποσοστό-ρεκόρ για τη δεκαετία.
Προκλήσεις και προτάσεις πολιτικής
Η μελέτη εξετάζει επίσης το προφίλ του εκπαιδευτικού προσωπικού και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον χώρο, όπως χαμηλές αποδοχές, ασάφεια εργασιακού καθεστώτος, ανασφάλεια, ανασφάλιστη εργασία και έλλειψη Συλλογικών Συμβάσεων. Επισημαίνεται ακόμη η πίεση για «θετικά αποτελέσματα» και η ανάγκη για καλύτερη οργάνωση των δομών.
Η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών εξαρτάται από το ανθρώπινο δυναμικό, την οργάνωση, το πρόγραμμα σπουδών, τα τεχνολογικά εργαλεία, τη σύνθεση των τμημάτων και τη συνεργασία με τους γονείς.
Μεταξύ των προτάσεων πολιτικής περιλαμβάνονται η ενίσχυση του δημόσιου σχολείου, ο περιορισμός του ρόλου των εξετάσεων, η δημιουργία δημόσιων δομών ενισχυτικής διδασκαλίας, η θεσμική εποπτεία και πιστοποίηση ποιότητας, καθώς και η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών.