Το ράλι των τελευταίων ημερών στην τιμή του φυσικού αερίου, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, και οι ανησυχίες για αυξήσεις στη χονδρεμπορική αγορά του επόμενου μήνα, κάνουν την ανάγκη για στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και την αποθήκευση πιο επίκαιρη από ποτέ.
Η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ σε συνδυασμό με επενδύσεις στις τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας αποτελέι χωρίς αμφιβολία το «κλειδί» για τη θωράκιση του ενεργειακού συστήματος, περιορίζοντας την έκθεση σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Η ευμεταβλητότητα του φυσικού αερίου και το ρεύμα
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η αβεβαιότητα για το πόσο θα διαρκέσει η διακοπή εξαγωγών LNG από το Κατάρ ύστερα από τις ιρανικές επιθέσεις, πιέζει συνεχώς ανοδικά την τιμή του φυσικού αερίου.
Αυτές τις ημέρες το ολλανδικό συμβόλαιο φυσικού αερίου TTF, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την Ευρώπη, άγγιξε ακόμη και τα 63,75 ευρώ/MWh, σημειώνοντας αύξηση ακόμη και 43%. Χθες η τιμή του φυσικού αερίου διαπραγματευόταν λίγο πάνω από τα 50 ευρώ.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, σε συνέντευξή του σε τηλεοπτικό σταθμό την Πέμπτη, παρότι παρατηρείται αύξηση, οι τιμές παραμένουν σε επίπεδα παρόμοια με αυτά της προηγούμενης χρονιάς και βρίσκονται πολύ μακριά από τα περίπου 350 ευρώ που είχαν σημειωθεί κατά την ενεργειακή κρίση του 2022.
Όσον αφορά στη μέση τιμή της χονδρικής ρεύματος για την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου, αυτή κινείται λίγο πάνω από τα 100 ευρώ, αυξημένη περίπου 27% από τα 78,35 ευρώ/MWh, που έκλεισε ο Φεβρουάριος.
Βέβαια, σύμφωνα με πηγές της αγοράς οι αυξήσεις που βλέπουμε αυτές τις ημέρες στη χονδρική είναι αποτέλεσμα της μικρότερης συνεισφοράς των ΑΠΕ και όχι της κατάστασης στη Μέση Ανατολή.
Άλλωστε, οι αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου δεν περνούν άμεσα στην χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά με καθυστέρηση ενός μήνα. Οπότε οποιαδήποτε επίπτωση θα φανεί στη χονδρική τιμή Απριλίου.
Ο κ. Τσάφος, αναφερόμενος στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τόνισε ότι οι τιμές στην Ελλάδα εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες σε σύγκριση με ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Βουλγαρία, όπου κυμαίνονται περίπου από 115 έως 117 ευρώ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ουσιαστικός λόγος ανησυχίας θα υπάρξει μόνο στην περίπτωση που η τιμή του πετρελαίου πλησιάσει τα 100 δολάρια και το φυσικό αέριο διατηρηθεί σε επίπεδα πάνω από τα 60 ευρώ.
Ο ρόλος των ΑΠΕ και των μπαταριών
Η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, σε συνδυασμό με την ενισχυμένη υδροηλεκτρική παραγωγή λόγω των πρόσφατων βροχοπτώσεων, δημιουργεί ένα σημαντικό «μαξιλάρι» για την απορρόφηση πιθανών κραδασμών στην ενεργειακή αγορά, σε μια περίοδο έντονων διεθνών αβεβαιοτήτων.
Όπως είχε επισημάνει πρόσφατα ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, οι ήπιες καιρικές συνθήκες, η περιορισμένη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και η αυξημένη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές μπορούν να συμβάλουν στη συγκράτηση των τιμών.
«Στον βαθμό που η σύρραξη δεν θα παραταθεί, οι συνθήκες αυτές μπορούν να λειτουργήσουν σταθεροποιητικά για την αγορά ενέργειας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στη χώρα μας, η διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα έχει πλέον ξεπεράσει το 50%, ενώ δεν είναι λίγες οι ημέρες κατά τις οποίες η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές είναι τόσο υψηλή ώστε να οδηγεί σε σημαντική μείωση της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας.
Αξίζει να σημειωθεί πως το 2024 περισσότερη από τη μισή ηλεκτρική ενέργεια στο διασυνδεδεμένο σύστημα της χώρας καλύφθηκε από ΑΠΕ και υδροηλεκτρικά, με τις εκτιμήσεις για την περίοδο 2025-2026 να δείχνουν ότι περίπου το 49% της ηλεκτροπαραγωγής θα προέρχεται από ΑΠΕ.
Ενδεικτικά, χθες η συμμετοχή των ΑΠΕ στο εθνικό ενεργειακό μείγμα έφτασε το 43,04%, ενώ το φυσικό αέριο κάλυψε το 31,88% της παραγωγής.
Ακολούθησαν τα μεγάλα υδροηλεκτρικά με 18,47%, οι εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας με 3,18% και οι λιγνιτικές μονάδες με μόλις 2,74%.
Ωστόσο, η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ από μόνη της δεν αρκεί για να διασφαλίσει την πλήρη αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας.
Η έλλειψη συστημάτων αποθήκευσης σημαίνει ότι σημαντικές ποσότητες «πράσινης» ενέργειας που παράγονται σε περιόδους χαμηλής ζήτησης δεν μπορούν να αποθηκευτούν και τελικά απορρίπτονται από το σύστημα.
Οι πρώτες μονάδες αποθήκευσης με μπαταρίες έχουν ήδη τεθεί σε δοκιμαστική λειτουργία, ενώ το τρέχον έτος θεωρείται κομβικό για την ένταξη των πρώτων έργων στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας.
Παρ' όλα αυτά, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι εάν οι υποδομές αποθήκευσης είχαν αναπτυχθεί νωρίτερα, το ενεργειακό σύστημα θα ήταν σήμερα ακόμη πιο ανθεκτικό απέναντι σε διεθνείς κρίσεις και απότομες διακυμάνσεις στις τιμές των καυσίμων.
Επιτακτική η ανάγκη για αλλαγή του τρόπου διαμόρφωσης των τιμών
Θυμίζουμε πως την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης και αναμόρφωσης της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας υπογραμμίζει και η έκθεση Ντράγκι.
Μεταξύ των βασικών προτάσεων της έκθεσης είναι η αλλαγή του τρόπου διαμόρφωσης των τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε το κόστος της φθηνής ενέργειας που παράγεται από ΑΠΕ να μην επηρεάζεται από τις υψηλότερες τιμές των ορυκτών καυσίμων.
Στόχος είναι το όφελος από την καθαρή ενέργεια να γίνεται άμεσα αισθητό στους καταναλωτές, οι οποίοι θα πρέπει να πληρώνουν τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που να αντανακλούν το πραγματικό, χαμηλότερο κόστος παραγωγής από ΑΠΕ.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις, και ιδιαίτερα η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχουν αλλάξει ριζικά το ενεργειακό τοπίο της Ευρώπης, δοκιμάζοντας την ανθεκτικότητα των κρατών-μελών.
Παράλληλα, όμως, δημιουργούν μια σημαντική ευκαιρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση να ηγηθεί διεθνώς στη μετάβαση προς καθαρές μορφές ενέργειας, διατηρώντας ταυτόχρονα την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον τομέα της προμήθειας φυσικού αερίου. Η έκθεση προτείνει τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, με προτεραιότητα σε αξιόπιστους προμηθευτές και ανταγωνιστικές τιμές, ενώ υπογραμμίζει ότι οι αγορές φυσικού αερίου θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μεμονωμένα από κάθε κράτος-μέλος.
Με τον τρόπο αυτό, η ΕΕ θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της δύναμη και να διασφαλίσει πιο σταθερές τιμές ενέργειας για την ευρωπαϊκή οικονομία.