Η υψηλή φορολόγηση των αλκοολούχων ποτών εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητα της αγοράς αποσταγμάτων στην Ελλάδα. Με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) να συγκαταλέγεται στους υψηλότερους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πάνω από το 55% της τελικής τιμής ενός αποστάγματος να αφορά φόρους, οι επιχειρήσεις του κλάδου δραστηριοποιούνται σε ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο περιβάλλον. Όπως υπογραμμίζει η Σοφίκα Παπανικολάου, Γενική Διευθύντρια της Ένωσης Επιχειρήσεων Αλκοολούχων Ποτών (ΕΝΕΑΠ), η μεγάλη φορολογική απόκλιση από άλλες ευρωπαϊκές και γειτονικές αγορές υπονομεύει τη νόμιμη δραστηριότητα και ενισχύει τα κίνητρα για παράνομο εμπόριο.
Παρά το υψηλό φορολογικό βάρος, ο κλάδος των αποσταγμάτων διατηρεί σημαντική συμβολή στην οικονομία. Η δραστηριότητά του εκτείνεται από την παραγωγή και τη μεταποίηση έως το εμπόριο, τα logistics, την εστίαση και τον τουρισμό, στηρίζοντας χιλιάδες επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα και συνδέοντας τον τομέα με βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας.
Τα τελευταία χρόνια, η παραγωγή ελληνικών αποσταγμάτων παρουσιάζει ανοδική πορεία, με τις εξαγωγές να ενισχύουν τη διεθνή παρουσία των προϊόντων. Ωστόσο, η εγχώρια αγορά παραμένει χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, καθώς η κατανάλωση δεν έχει ανακάμψει πλήρως και η φορολογική πίεση συνεχίζεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κλάδος επαναφέρει τη συζήτηση για μια προσαρμογή του ΕΦΚ πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τον περιορισμό της παραοικονομίας.
Οικονομική συνεισφορά και απασχόληση
Η Σοφίκα Παπανικολάου, σε συνέντευξή της στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, τονίζει ότι ο κλάδος των αποσταγμάτων αφορά μια εκτεταμένη οικονομική αλυσίδα από τη διανομή έως τον τουρισμό. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, η συνολική συνεισφορά της εφοδιαστικής αλυσίδας στο ΑΕΠ εκτιμάται στα 2,1 δισ. ευρώ, ενώ η φορολογική απόδοση ανέρχεται σε 622 εκατ. ευρώ για το 2024.
Η παραγωγή συγκεντρώνεται κυρίως στην ελληνική περιφέρεια, με το 68% να προέρχεται από περιοχές όπως η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και η Θεσσαλία. Ο κλάδος υποστηρίζει περισσότερες από 73.000 θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ πάνω από 104.000 επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην εμπορία αλκοολούχων ποτών.
Παραγωγή, κατανάλωση και εξαγωγές
Η εγχώρια παραγωγή αποσταγμάτων αυξήθηκε κατά σχεδόν 5% το 2024, φτάνοντας τα 56 εκατ. λίτρα τελικού προϊόντος, ενώ οι εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 8,4%. Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, η κατανάλωση παραμένει μειωμένη σε σχέση με το 2009, έχοντας ανακτήσει μόλις το 64% των τότε επιπέδων. Η αγορά δείχνει σταθεροποίηση, με ήπιες πτωτικές τάσεις για την περίοδο 2024/2025.
Η πίεση της υπερφορολόγησης
Η Ελλάδα εφαρμόζει τον υψηλότερο ΕΦΚ στα αποστάγματα στην ΕΕ σε όρους αγοραστικής δύναμης και τον έκτο υψηλότερο σε απόλυτες τιμές. Η διαφορά αυτή, σύμφωνα με την ΕΝΕΑΠ, ενισχύει το παράνομο διασυνοριακό εμπόριο, στερώντας πολύτιμα δημόσια έσοδα και στρεβλώνοντας τον ανταγωνισμό. Παράλληλα, τα μη ελεγχόμενα προϊόντα αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
Η ΕΝΕΑΠ προτείνει την προσαρμογή του ΕΦΚ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στα 1.930 ευρώ ανά 100 λίτρα αιθυλικής αλκοόλης, έναντι των 2.548 ευρώ που ισχύουν σήμερα. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη ή και θετική, καθώς θα οδηγούσε σε αύξηση των νόμιμων πωλήσεων και διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
Οφέλη και προοπτικές για την οικονομία
Η μείωση του ΕΦΚ, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, θα μπορούσε να αυξήσει τις νόμιμες πωλήσεις κατά 8,3%, να ενισχύσει το ΑΕΠ κατά 180 εκατ. ευρώ και να δημιουργήσει περισσότερες από 13.000 νέες θέσεις εργασίας. Η ΕΝΕΑΠ επισημαίνει ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν στοχεύει στην αύξηση της κατανάλωσης, αλλά στην ενίσχυση της νόμιμης αγοράς και στον περιορισμό της παραοικονομίας.
Παράνομο εμπόριο και υπεύθυνη κατανάλωση
Το παράνομο εμπόριο αλκοολούχων ποτών εξακολουθεί να πλήττει την αγορά και τα δημόσια έσοδα, ενώ αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Ο ΠΟΥ εκτιμά ότι έως και 20% της κατανάλωσης αφορά παράνομα προϊόντα, με απώλειες για το Δημόσιο που φτάνουν τα 72 εκατ. ευρώ ετησίως. Η ΕΝΕΑΠ τονίζει ότι η υπερφορολόγηση είναι ο κύριος παράγοντας που τροφοδοτεί το φαινόμενο.
Παράλληλα, η Ένωση δίνει έμφαση στην προώθηση της υπεύθυνης κατανάλωσης. Σε συνεργασία με το Υπουργείο, υλοποιεί την εκστρατεία Rethink Drink και συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση Κατευθυντήριων Οδηγιών Υπεύθυνης Επικοινωνίας και Marketing. Επιπλέον, συνεργάζεται με φορείς όπως το Ινστιτούτο Οδικής Ασφάλειας «Πάνος Μυλωνάς» και οργανώνει εκπαιδευτικά προγράμματα υπεύθυνου σερβιρίσματος για επαγγελματίες της εστίασης.