Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση έχει ξεκινήσει, με το πολιτικό κλίμα να χαρακτηρίζεται από έντονη πόλωση και την ανάγκη για συναίνεση να είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σε συνέντευξή του στο Action 24, περιγράφει τις προθέσεις της κυβέρνησης, τα όρια της διαδικασίας και τις ευθύνες της αντιπολίτευσης, τονίζοντας πως το ζητούμενο είναι ένα Σύνταγμα που θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του μέλλοντος.
Ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ευρείες υπερβάσεις από όλες τις πολιτικές δυνάμεις και ουσιαστική συναίνεση. Αναφέρθηκε στο παράδειγμα της αναθεώρησης του 2001, όταν Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ συνεργάστηκαν σε κλίμα συνεννόησης, αλλά και στο αρνητικό προηγούμενο του 2008, όπου η έλλειψη συμφωνίας οδήγησε σε ατελέσφορη διαδικασία. Επεσήμανε ότι η ιστορία δείχνει τον δρόμο και το πολιτικό σύστημα δεν έχει πλέον άλλες επιλογές από το να προχωρήσει σε ουσιαστικές αλλαγές, με τον διάλογο να ανοίγει εκ νέου σύμφωνα με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού.
Αναγνωρίζοντας το κλίμα τοξικότητας της προεκλογικής περιόδου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε πως η επιτυχία ή αποτυχία της συνταγματικής αναθεώρησης αποτελεί ευθύνη όλων των πολιτικών δυνάμεων. Κατηγόρησε την αντιπολίτευση για στρατηγική άρνησης και τοξικού λόγου, τονίζοντας ότι η συγκυρία προσφέρει μοναδική ευκαιρία για τομές. Εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία για ενδεχόμενη συναινετική στάση του ΠΑΣΟΚ, υπενθυμίζοντας τις κρίσιμες συνεργασίες του παρελθόντος για τη διατήρηση της χώρας στην Ευρώπη.
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο συνεργασιών μετά τις εκλογές, ο κ. Μαρινάκης ξεκαθάρισε ότι στρατηγικός στόχος της Νέας Δημοκρατίας παραμένει η αυτοδυναμία, ως ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για σταθερότητα και πρόοδο. Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει να επιδείξει σημαντικό έργο σε μισθούς, απασχόληση και εξωτερική πολιτική. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί αυτοδυναμία, ανέφερε πως το ΠΑΣΟΚ αποτελεί τον μόνο πιθανό συνομιλητή, αν και θεωρεί ότι το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη έχει αποκλείσει κάθε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, ενισχύοντας έτσι την ανάγκη για αυτοδυναμία.
Γεωπολιτικές εξελίξεις και εθνικά θέματα
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε στη διεθνή γεωπολιτική αστάθεια, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα ενισχύει τον ρόλο της ως στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ και ενεργειακή πύλη της Ευρώπης, μέσω επενδύσεων και μεγάλων έργων. Επιβεβαίωσε την επικείμενη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν και υπερασπίστηκε τη στρατηγική του διαλόγου με την Τουρκία, χωρίς υποχωρήσεις σε εθνικές «κόκκινες γραμμές». Υπογράμμισε τα οφέλη της πολιτικής αυτής σε ΑΟΖ, χωρικά ύδατα, αμυντική ενίσχυση και διεθνείς συμμαχίες.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η κυρία Καρυστιανού δεν αποτελεί πολιτικό αντίπαλο, εφόσον δεν έχει συγκροτήσει κόμμα ή παρουσιάσει επίσημες θέσεις.
Εσωτερικές ισορροπίες στη Νέα Δημοκρατία
Ο κ. Μαρινάκης απέρριψε τα σενάρια εσωτερικής αντιπαράθεσης στη Νέα Δημοκρατία με πρώην πρωθυπουργούς, τονίζοντας την ανάγκη για ενότητα και συμβολή όλων στη δημόσια συζήτηση. Αναφέρθηκε στη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά ως αναγκαστική απόφαση λόγω υπέρβασης «κόκκινων γραμμών», κυρίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, και όχι ως αποτέλεσμα διάθεσης σύγκρουσης.
Σχετικά με τη δήλωση της κυρίας Αλεξοπούλου, παραδέχθηκε ότι ήταν άστοχη και προκάλεσε πολιτική ζημιά, αλλά τόνισε ότι παρερμηνεύτηκε και αξιοποιήθηκε επικοινωνιακά από την αντιπολίτευση. Επανέλαβε τη σημασία κοστολογημένων προτάσεων και την ανάγκη για ορθολογική διαχείριση των κρατικών παροχών.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέρριψε τα σενάρια ανασχηματισμού, επισημαίνοντας ότι οι υπουργοί αξιολογούνται διαρκώς. Υπερασπίστηκε τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης, αναφέροντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις απορροφητικότητας και τα έργα συνεχίζονται παρά τις αλλαγές στη χρηματοδότηση. Επισήμανε τα οφέλη για τους πολίτες σε υγεία, παιδεία, υποδομές και πολιτική προστασία. Παραδέχθηκε ότι το ΕΣΥ αντιμετωπίζει προβλήματα στελέχωσης, παρά τις αυξήσεις προσωπικού και μισθών, και τόνισε την ανάγκη για περαιτέρω κίνητρα.
Τέλος, ο κ. Μαρινάκης αναφέρθηκε στην προεκλογική του δραστηριότητα στον Βόρειο Τομέα, σημειώνοντας πως η επιλογή της περιοχής σχετίζεται με την εκπροσώπηση της μεσαίας τάξης και των καθημερινών ανησυχιών των πολιτών. Τόνισε ότι η παρουσία του εκεί δεν είναι ανταγωνιστική προς τα έμπειρα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, αλλά συμπληρωματική, προβάλλοντας τη δική του διαδρομή ως εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς.