Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ’ αριθμ. 284/2026 απόφασή της, έκρινε ότι οι εγγυητικές επιστολές ύψους 2.000.000 ευρώ και το παράβολο των 600.000 ευρώ που απαιτούνται για την εγκατάσταση παραρτημάτων ιδιωτικών αλλοδαπών πανεπιστημίων στην Ελλάδα συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο.
Σύμφωνα με την απόφαση, οι προβλέψεις αυτές δεν παραβιάζουν τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ούτε την οδηγία 2006/123/ΕΚ για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά.
Παράλληλα, το ΣτΕ απέρριψε τις αιτήσεις εννέα ιδιωτικών πανεπιστημίων και της Ένωσης Ιδιωτικών Πανεπιστημίων, οι οποίες ζητούσαν την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 7363/27.9.2024 κοινής υπουργικής απόφασης.
Η συγκεκριμένη απόφαση προβλέπει την υποχρέωση κατάθεσης εγγυητικής επιστολής και παραβόλου μαζί με την αίτηση για τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας παραρτημάτων ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα.
Η εγγυητική επιστολή καθορίζεται στα 2.000.000 ευρώ ανά αίτηση, με προσαύξηση 500.000 ευρώ για κάθε επιπλέον Σχολή πέραν των τριών.
Το ποσό μειώνεται κατά 50% όταν το παράρτημα πρόκειται να εγκατασταθεί εκτός Αττικής, Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης και Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, εξαιρουμένης της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων Αττικής.
Αντίστοιχα, το παράβολο ανέρχεται στις 600.000 ευρώ ανά αίτηση και αυξάνεται κατά 200.000 ευρώ για κάθε επιπλέον Σχολή πέραν των τριών. Και σε αυτή την περίπτωση, προβλέπεται μείωση κατά 50% για αιτήσεις που αφορούν παραρτήματα εκτός των προαναφερθεισών περιοχών.
Θεσμικό πλαίσιο και στόχοι
Η Ολομέλεια του ΣτΕ, με πρόεδρο τον Μιχάλη Πικραμένο και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, επισημαίνει ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι «ελεύθερα να καθορίζουν τους σκοπούς της πολιτικής τους στον οικείο τομέα παροχής υπηρεσιών» και να προσδιορίζουν το επίπεδο προστασίας που επιδιώκουν.
Στο πλαίσιο αυτό, οι περιορισμοί που θέτει το εθνικό δίκαιο θεωρούνται σύννομοι όταν αποσκοπούν σε υψηλό επίπεδο προστασίας.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο Έλληνας νομοθέτης διαμόρφωσε το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών πανεπιστημίων «ώστε να διασφαλίζεται υπό την εγγύηση της ελληνικής Πολιτείας ένα υψηλών προδιαγραφών επίπεδο ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης», σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή για παροχή ποιοτικής ανώτατης εκπαίδευσης και σεβασμό της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Η φυσιογνωμία του νέου θεσμού
Το ΣτΕ σημειώνει ότι το νομοθετικό πλαίσιο αποτυπώνει τη φυσιογνωμία του νέου θεσμού, ο οποίος διακρίνεται για τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα των παρόχων, τον κοινωνικό προσανατολισμό, τις αυστηρές προϋποθέσεις αδειοδότησης και τον συνεχή έλεγχο λειτουργίας υπό ανεξάρτητη αρχή.
Το πλαίσιο αυτό στοχεύει στη διασφάλιση ακαδημαϊκής και οικονομικής βιωσιμότητας, ώστε η λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων να είναι εφάμιλλη της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.
Συμπερασματικά, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι οι όροι και προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων ιδιωτικών πανεπιστημίων υπηρετούν σκοπούς γενικού συμφέροντος και συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας.
Κατά συνέπεια, αποτελούν θεμιτούς περιορισμούς της ελευθερίας εγκατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 49 της ΣΛΕΕ, την οδηγία 2006/123/ΕΚ και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.