Η σιωπή δεν είναι συναίνεση, υπογράμμισε στην παρέμβασή της στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο η ευρωβουλευτής της ΝΔ, Ελεονώρα Μελέτη. Με λόγο αιχμηρό και σαφή, η κ. Μελέτη έθεσε στο επίκεντρο τη σημασία της ελεύθερης και πραγματικής συναίνεσης σε περιπτώσεις σεξουαλικής βίας.
Η ευρωβουλευτής τόνισε ότι η απουσία αντίδρασης δεν μπορεί να θεωρείται συγκατάθεση, επισημαίνοντας πως υπάρχουν περιστάσεις όπου η συναίνεση είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη, όπως όταν το θύμα βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ ή ουσιών. «Η ακινησία είναι τρόμος και η σιωπή σοκ», ανέφερε χαρακτηριστικά, καλώντας σε αλλαγή της κοινωνικής οπτικής γύρω από τέτοιες υποθέσεις.
Κλείνοντας την ομιλία της, η ευρωβουλευτής και συντονίστρια του ΕΛΚ στην Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων τόνισε ότι ο ορισμός του βιασμού πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην ύπαρξη ελεύθερης, σαφούς και πραγματικής συναίνεσης. «Όχι στους μώλωπες, όχι στις κραυγές, όχι στις προσδοκίες των τρίτων για το πώς έπρεπε να αντιδράσει ένα θύμα. Το μόνο ερώτημα είναι ένα: υπήρξε συναίνεση; Αν όχι, τότε μιλάμε για βιασμό», σημείωσε.
Το πλήρες κείμενο της παρέμβασης
«Θέλω να φανταστείτε μια γυναίκα ακίνητη, με το σώμα παγωμένο. Και κάποιον να βιάζει κάθε της κύτταρο, ψυχικό και σωματικό. Εκείνη να θέλει να ουρλιάξει, αλλά το στόμα της να μη βγάζει ήχο. Δεν φωνάζει. Δεν χτυπά. Δεν τρέχει. Όχι γιατί συναινεί, αλλά γιατί έχει παραλύσει από τον φόβο.
Αυτό που κάποιοι ακόμη ρωτούν: “γιατί δεν αντέδρασε;” η επιστήμη το αναγνωρίζει επίσημα ως “freeze response”, δηλαδή μια αυτόματη νευροβιολογική αντίδραση επιβίωσης. Όταν ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται ακραίο κίνδυνο και ούτε η μάχη ούτε η φυγή είναι δυνατές γιατί το σώμα ακριβώς παγώνει. Η ακινησία, όμως, δεν είναι συναίνεση. Είναι τρόμος. Κι η σιωπή δεν είναι αποδοχή. Είναι σοκ.
Και υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις όπου η συναίνεση είναι αδύνατη: όταν μια γυναίκα είναι μεθυσμένη, ναρκωμένη, αναίσθητη, υπό ουσίες, σε κατάσταση που δεν μπορεί να κατανοήσει και να επιλέξει. Μια γυναίκα υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να πει “ναι”.
Γι’ αυτό ο ορισμός του βιασμού πρέπει να γίνεται με βάση τη συναίνεση. Όχι με βάση τους μώλωπες. Όχι με βάση τις κραυγές. Όχι με το πόσο πολύ ή λίγο πάλεψε το θύμα σε σχέση με το πόσο θα ήθελαν οι θεατές της τραγωδίας του. Και όταν δικάζουμε τέτοιες υποθέσεις, δεν πρέπει να ρωτάμε το θύμα τι φορούσε, γιατί δεν φώναξε ή γιατί δεν έφυγε.
Ένα είναι το ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να γίνεται: υπήρξε ελεύθερη, σαφής και πραγματική συναίνεση; Αν όχι, τότε μιλάμε για βιασμό».