Τη σημασία της βαλκανικής συνεργασίας και της σταθερής πολιτικής κατεύθυνσης της Ελλάδας προς την ενίσχυση της συναντίληψης μεταξύ των χωρών της περιοχής, υπογράμμισε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, κατά τον χαιρετισμό του στην 19η Διάσκεψη των Αρχηγών των Γενικών Επιτελείων των Ενόπλων Δυνάμεων των βαλκανικών χωρών, που πραγματοποιείται στη Θεσσαλονίκη.
Ο κ. Δένδιας επισήμανε ότι «τέτοιες συναντήσεις είναι απολύτως χρήσιμες σαν δίαυλοι επικοινωνίας, δίαυλοι αποκλιμάκωσης και δίαυλοι συνεργασίας και ειδικά εδώ στα Βαλκάνια, σε μία γεωπολιτικά κρίσιμη περιοχή».
Αναφερόμενος στη διοργάνωση, ο υπουργός δήλωσε: «Είχα σήμερα τη μεγάλη χαρά και την τιμή εδώ, στη Θεσσαλονίκη, να απευθυνθώ στη διάσκεψη των αρχηγών των Γενικών Επιτελείων των βαλκανικών χωρών.
Θα ήθελα ξεκινώντας να συγχαρώ τον Αρχηγό του ΓΕΕΘΑ, τον στρατηγό Χούπη για την εξαιρετική οργάνωση, κάτι που επιβεβαιώθηκε από τα σχόλια όλων των συμμετεχόντων».
Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Τέτοιες συναντήσεις σε εποχές σαν τη σημερινή, όπου οι κρίσεις είναι σκόρπιες στον πλανήτη μας, όπου διαρκώς συμβαίνουν γεγονότα τα οποία δημιουργούν μεγάλα θέματα, είναι απολύτως χρήσιμες σαν δίαυλοι επικοινωνίας, δίαυλοι αποκλιμάκωσης και δίαυλοι συνεργασίας.
Και ειδικά δε εδώ στα Βαλκάνια σε μία γεωπολιτικά κρίσιμη περιοχή κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη χώρα μας. Επίσης επιβεβαιώνει τη διαρκή πολιτική κατεύθυνση που έχει η Ελλάδα διαχρονικά. Δηλαδή τη συνεργασία και τη συναντίληψη μεταξύ των βαλκανικών χωρών».
Η θεματολογία και οι συμμετοχές της Διάσκεψης
Τις εργασίες της φετινής Διάσκεψης, με θέμα «Προκλήσεις και Καινοτομία στην Πολιτική Προστασία: Προσαρμογή στις Νέες Πραγματικότητες του Πολέμου», άνοιξε ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, στρατηγός Δημήτριος Χούπης.
Στην 19η Διάσκεψη συμμετέχουν οι χώρες: Ελλάδα, Αλβανία, Σερβία, Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία, Βοσνία Ερζεγοβίνη, ενώ ως παρατηρητές συμμετέχουν η Κροατία και η Σλοβενία.
Οι Σύνοδοι των Αρχηγών των Γενικών Επιτελείων των βαλκανικών χωρών ξεκίνησαν το 2007, με ελληνική πρωτοβουλία, και αποτελούν θεσμό που ενισχύει τη διαλειτουργικότητα και την αμοιβαία εμπιστοσύνη στην περιοχή.