Την απογοήτευσή του για την αποτυχία της Γερμανίας να εκλεγεί ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την περίοδο 2027-28 εξέφρασε ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ. Ο ίδιος ζήτησε να μην «υπερερμηνεύεται» το αποτέλεσμα, υπογραμμίζοντας ότι η γερμανική υποψηφιότητα ήταν «από την αρχή σε μειονεκτική θέση».
Η αποτυχημένη προσπάθεια της Γερμανίας να εξασφαλίσει μια θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας αποτελεί, όπως παραδέχθηκε ο κ. Βάντεφουλ, «πικρή ήττα» και «μεγάλη απογοήτευση» για ολόκληρη τη γερμανική κυβέρνηση. Μιλώντας στο ARD, απέδωσε το αρνητικό αποτέλεσμα στην καθυστερημένη είσοδο της χώρας του στην κούρσα για την εκλογή.
Σύμφωνα με τον Γερμανό υπουργό, το γεγονός ότι η Πορτογαλία και η Αυστρία έλαβαν περισσότερες ψήφους και εξελέγησαν, σχετίζεται κυρίως με τον περισσότερο χρόνο που είχαν για να εξασφαλίσουν στήριξη από άλλα κράτη. «Ήμασταν από την αρχή σε μειονεκτική θέση», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Βάντεφουλ απέρριψε κατηγορηματικά την κριτική που δέχεται η κυβέρνηση, ότι η χαμηλή επίδοση στην ψηφοφορία οφείλεται στη στάση του Βερολίνου στο ζήτημα του Ισραήλ. «Δεν πιστεύω ότι αυτός ήταν ο καθοριστικός παράγων. Δεν υπάρχει λόγος να υπερερμηνεύουμε την ήττα, υποθέτοντας π.χ. ότι επρόκειτο για "τιμωρία" της Γερμανίας», ανέφερε.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η Γερμανία φέρει ιδιαίτερη ευθύνη έναντι του Ισραήλ, αλλά αυτό «ίσως να μας κόστισε το πολύ μία ή δύο ψήφους».
Παράλληλα, έκανε λόγο για «ισχυρό αντίπαλο» που βρήκε στον δρόμο της η γερμανική υποψηφιότητα, τη Ρωσία, η οποία, όπως είπε, προσπάθησε να αποτρέψει τη συμμετοχή της Γερμανίας λόγω της στάσης του Βερολίνου στο θέμα της Ουκρανίας.
Παρά την αποτυχία, ο Γιόχαν Βάντεφουλ διαβεβαίωσε ότι η Γερμανία θα συνεχίσει να είναι «ιδιαίτερα προσηλωμένη στα Ηνωμένα Έθνη» και θα υποστηρίξει την Πορτογαλία και την Αυστρία στο έργο τους. Τόνισε επίσης ότι το Βερολίνο θα επικεντρωθεί το επόμενο διάστημα στα καθήκοντά του εντός του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αδυναμία της Γερμανίας να εκλεγεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας, για πρώτη φορά από τότε που άρχισε να θέτει υποψηφιότητα, έχει προκαλέσει έντονη κριτική στο εσωτερικό της χώρας.
Η αντιπολίτευση, ο κυβερνητικός εταίρος Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και τα ΜΜΕ κάνουν λόγο για πλήγμα στο διεθνές προφίλ του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και για αποτυχία της γερμανικής διπλωματίας.