Η σύνδεση των νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων με την ελληνική αμυντική βιομηχανία εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα επιχειρηματικά στοιχήματα των επόμενων ετών, με ελληνικούς και διεθνείς ομίλους να επιδιώκουν στρατηγική θέση σε έργα δισεκατομμυρίων ευρώ. Στο επίκεντρο βρίσκεται η κυβερνητική στόχευση για συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας κατά τουλάχιστον 25% στα νέα προγράμματα, γεγονός που, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, αλλάζει το μοντέλο προσέγγισης των αμυντικών προμηθειών στη χώρα.
Το ζήτημα βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της κυβέρνησης και των επιχειρηματικών ομίλων του κλάδου. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, έχει υπογραμμίσει ότι κάθε νέα μεγάλη εξοπλιστική σύμβαση θα πρέπει να περιλαμβάνει ουσιαστική ελληνική συμμετοχή, τόσο σε παραγωγή όσο και σε τεχνική υποστήριξη και συντήρηση. Παράλληλα, έχει επισημάνει πως το εγχώριο αμυντικό οικοσύστημα μπορεί να διεκδικήσει έργα άνω των 10 δισ. ευρώ μέσα από τα νέα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες της Ευρώπης.
Καθοριστικό στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι ότι η συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας δεν περιορίζεται πλέον στη λογική των παραδοσιακών «αντισταθμιστικών ωφελημάτων», αλλά συνδέεται με πραγματική παραγωγή, συμπαραγωγή, μεταφορά τεχνογνωσίας και μακροχρόνια υποστήριξη συστημάτων.
Νέα στρατηγική και αναδυόμενοι τομείς
Η νέα προσέγγιση καλύπτει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: ηλεκτρονικά συστήματα, λογισμικό, οπτικά και αισθητήρες, drones και anti-drone εφαρμογές, στρατιωτικά οχήματα, ναυπηγικά έργα, καθώς και υπηρεσίες follow-on support και maintenance.
Η αγορά εκτιμά ότι το μεγάλο «παιχνίδι» θα παιχτεί την επόμενη διετία, καθώς ενεργοποιούνται ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες όπως τα προγράμματα SAFE, EDF και ReArm Europe. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις ωθούν τα κράτη-μέλη της ΕΕ σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για ελληνικές εταιρείες που επιδιώκουν να ενισχύσουν τη θέση τους μέσω συνεργασιών, εξαγορών και επενδύσεων.
Κινήσεις ελληνικών ομίλων
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η THEON International του Κρίστιαν Χατζημηνά, που έχει εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους ελληνικούς ομίλους στον τομέα των συστημάτων νυχτερινής όρασης και οπτικών. Η εξαγορά του 80% της MERIO SAS θεωρείται στρατηγική κίνηση για την ενίσχυση της παρουσίας της στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις, η MERIO αναμένεται το 2026 να εμφανίσει έσοδα άνω των 15 εκατ. ευρώ και EBIT άνω των 3,5 εκατ. ευρώ.
Η THEON επιχειρεί να μετασχηματιστεί από εξειδικευμένο κατασκευαστή σε ευρύτερο ευρωπαϊκό «παίκτη» στον χώρο των αμυντικών οπτικών, των αισθητήρων και των τεχνολογιών επιτήρησης. Παράλληλα, η EFA GROUP ενισχύει τη θέση της σε αεροπορικά συστήματα, ηλεκτρονικά και τεχνολογίες επιτήρησης, ενώ πρόσφατα απέκτησε το 90% της Superior Air, διευρύνοντας τη δραστηριότητά της σε συντήρηση, εκπαίδευση και εξειδικευμένες αεροπορικές υπηρεσίες.
Στρατιωτικά οχήματα και ναυπηγική βιομηχανία
Αυξημένη κινητικότητα παρατηρείται και στον τομέα των στρατιωτικών οχημάτων. Η ELVO ενισχύει τις συνεργασίες της με ομίλους όπως η Rheinmetall και η MAN για την παραγωγή στρατιωτικών φορτηγών και ειδικών οχημάτων, με στόχο την ενδυνάμωση της βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα.
Στον ναυπηγικό τομέα, η συμμετοχή ελληνικών ναυπηγείων σε διεθνείς αμυντικές αλυσίδες θεωρείται καθοριστική για την επαναφορά του κλάδου σε ενεργό ρόλο. Ξεχωρίζει η συμμετοχή των Ναυπηγείων Σαλαμίνας στην κατασκευή τμημάτων της γαλλικής φρεγάτας FDI "Amiral Louzeau", η οποία παρουσιάστηκε ως η πρώτη περίπτωση πλοίου ξένου στόλου με τμήματα κατασκευασμένα στην Ελλάδα.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται και η ONEX του Πάνου Ξενοκώστα, με την αγορά να παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της στον χώρο των ναυπηγείων και της υποστήριξης αμυντικών συστημάτων και πλοίων.
Defense tech και νέες τεχνολογίες
Ιδιαίτερη κινητικότητα σημειώνεται στις μικρότερες ελληνικές defense tech εταιρείες, όπου η ανάπτυξη τεχνολογιών όπως drones, τεχνητή νοημοσύνη, κυβερνοασφάλεια και anti-drone εφαρμογές προσελκύει το ενδιαφέρον ξένων ομίλων και επενδυτικών κεφαλαίων.
Παράγοντες της αγοράς προβλέπουν ενίσχυση των στρατηγικών συνεργασιών, δημιουργία κοινοπραξιών ελληνικών και ξένων εταιρειών, αλλά και εξαγορές μικρότερων τεχνολογικών επιχειρήσεων από μεγαλύτερους αμυντικούς ομίλους. Το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει η μετάβαση της ελληνικής βιομηχανίας από τον ρόλο του υπεργολάβου σε ουσιαστικό παραγωγικό εταίρο με υψηλή προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό προσανατολισμό.
Η συγκυρία χαρακτηρίζεται κρίσιμη, καθώς η Ευρώπη επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία στην άμυνα, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις να επαναφέρουν την αμυντική βιομηχανία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής.