Για τον κίνδυνο «ημερομηνίας λήξης» της αναπτυξιακής δυναμικής της εγχώριας οικονομίας προειδοποιεί ο πρώην Υπουργός Οικονομικών, Φίλιππος Σαχινίδης, σε συνέντευξή του στο Business Daily.
Όπως σημειώνει η ελληνική οικονομία «τρέχει» ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όμως πίσω από τους υψηλούς ρυθμούς κρύβεται μια κρίσιμη λεπτομέρεια: μεγάλο μέρος της ώθησης προέρχεται από το Ταμείο Ανάκαμψης, μια αναπτυξιακή «ένεση» με ημερομηνία λήξης.
Ο κ. Σαχινίδης επισημαίνει την απουσία στρατηγικής και σχεδίου με την επιλογή επενδυτικών σχεδίων όχι σύμφωνα με την αποδοτικότητά τους αλλά την ευκολία στην απορρόφηση πόρων.
Παράλληλα, η ανάπτυξη δεν φτάνει παντού: οι περιφέρειες χάνουν βάρος, ο πληθυσμός συγκεντρώνεται στα αστικά κέντρα με ακούσιες επιπτώσεις όπως η στεγαστική κρίση.
Τέλος σημειώνει ότι τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας παραμένουν και αναφέρεται στις δυσκολίες και τα εμπόδια που δεν επιτρέπουν την συνέναιση του πολιτικού προσωπικού για την αντιμετώπιση των μεγάλων θεσμικών προσκλήσεων.
- Η κυβέρνηση υπογραμμίζει τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και γενικότερα τις θετικές επιδόσεις σε πολλά πεδία από τις επενδύσεις μέχρι την ανεργία. Εσείς πώς βλέπετε την πορεία της οικονομίας;
Είναι γεγονός ότι, αν συγκρίνει κανείς τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας την τελευταία τριετία, προκύπτει καθαρά ότι βρισκόμαστε σε καλύτερη θέση σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Ωστόσο, αυτό σε μεγάλο βαθμό εξηγείται από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Για παράδειγμα, η μεγέθυνση του ονομαστικού ΑΕΠ το 2024 κατά 12 δισ. ευρώ οφείλεται περίπου κατά το ήμισυ στα χρήματα του Ταμείου. Αν όμως δούμε τις εκτιμήσεις για τη μεσοπρόθεσμη πορεία της ελληνικής οικονομίας —δηλαδή μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου— διαπιστώνουμε ότι η μέση ετήσια ανάπτυξη προβλέπεται να κινηθεί μόλις μεταξύ 1 και 1,25%. Πρόκειται για χαμηλή επίδοση, που δεν θα μας επιτρέψει να καλύψουμε την απόσταση που μας χωρίζει από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης.
Επιπλέον, η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να συγκρίνεται μόνο με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά και με χώρες που στο παρελθόν ήταν πολύ πίσω από εμάς, όμως την τελευταία δεκαετία όχι απλώς κάλυψαν το κενό, αλλά μας έχουν ήδη προσπεράσει. Αναφέρομαι κυρίως σε κράτη της πρώην Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, με διαφορετικές τότε οικονομικές δομές, που παρ’ όλα αυτά πέτυχαν σημαντική βελτίωση των οικονομικών τους μεγεθών.
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Φίλιππος Σαχινίδης
- Θα έπρεπε να έχουμε πολύ υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης μετά τη μεγάλη βύθιση που προηγήθηκε λόγω της κρίσης;
Όχι μόνο θα έπρεπε, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί οι διεθνείς οργανισμοί, όταν κάνουν προβλέψεις για τη μέση ετήσια ανάπτυξη μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, μας δίνουν τόσο χαμηλούς ρυθμούς. Αυτό σημαίνει ότι τελικά οι πόροι δεν αξιοποιήθηκαν σωστά, γι’ αυτό και η δυναμικότητα της ελληνικής οικονομίας εμφανίζεται τόσο περιορισμένη στις προβλέψεις.
Μια σταθερή αδυναμία της δημόσιας συζήτησης στη χώρα μας είναι ότι συζητάμε πάντοτε για το πώς θα εξασφαλίσουμε τους πόρους, αλλά δεν συζητάμε ποτέ αν επιτεύχθηκαν οι στόχοι ή αν οι πόροι που μας δόθηκαν αξιοποιήθηκαν αποτελεσματικά.
Άρα, από αυτές τις εκτιμήσεις, εγώ κρίνω ότι το σχέδιο Ελλάδα 2.0 δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
- Μήπως όμως αυτή η αδυναμία αξιοποίησης των πόρων υπενθυμίζει τα προβλήματα μεταρρυθμίσεων, παρά τα όσα έχουν γίνει τα τελευταία 10 χρόνια;
Οι εξελίξεις στο παγκόσμιο περιβάλλον κινούνται ακόμη ταχύτερα. Άρα, ακόμη και αν εμείς, μέσω μεταρρυθμίσεων, διορθώνουμε αδυναμίες του παρελθόντος —και μάλιστα καθυστερημένα— οι άλλες χώρες εξελίσσονται με μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτό μας φέρνει διαρκώς ένα βήμα πίσω από τις διεθνείς εξελίξεις.
Ένα από τα μεγάλα ζητούμενα όλων αυτών των χρόνων ήταν πώς η Ελλάδα θα ενταχθεί πιο αποτελεσματικά και πιο δυναμικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και, από τα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται ότι δεν το έχουμε καταφέρει.
Επενδύσεις χωρίς σχέδιο και στρατηγική
- Ποια είναι τα βασικά προβλήματα που δεν μας επιτρέπουν να αξιοποιήσουμε αποτελεσματικότερα την ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης;
Κατά τη γνώμη μου, δεν έγινε ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος ώστε να γνωρίζουμε με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν τα επενδυτικά σχέδια που προκρίθηκαν. Στα χρόνια των μνημονίων, μία από τις πιο κρίσιμες συζητήσεις αφορούσε τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές.
Τα χρήματα που μας δόθηκαν θα έπρεπε να κατευθυνθούν σε επενδυτικά έργα με τον μεγαλύτερο πολλαπλασιαστή, σε σχέδια που θα προετοίμαζαν τη χώρα για τη δίκαιη πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Στόχος ήταν η οικονομία μας να αποκτήσει τρία θεμελιώδη στοιχεία: ανθεκτικότητα, ώστε να μην είμαστε κάθε φορά ο μεγαλύτερος χαμένος μιας κρίσης, δυναμικότητα, ώστε να τρέχουμε γρηγορότερα και να καλύπτουμε το χάσμα από τις πιο προχωρημένες χώρες και συμπεριληπτικότητα, ώστε οι κοινωνικοί δείκτες να μην είναι από τους χειρότερους στην Ε.Ε.
Φαίνεται όμως ότι έγιναν επενδύσεις σε λανθασμένα σχέδια. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόοδος στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η Ελλάδα έκανε σημαντικά βήματα στις ΑΠΕ, αλλά το ερώτημα είναι αν έγιναν οι αντίστοιχες επενδύσεις στην αποθήκευση και στις διασυνδέσεις του ελληνικού δικτύου με τα ευρωπαϊκά, ώστε να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η πράσινη ενέργεια που παράγουμε.
Όλα δείχνουν ότι αυτές οι επενδύσεις δεν έγιναν — και αυτό είναι μόνο ένα από τα παραδείγματα.
- Υπάρχει γκρίνια ότι η ανάπτυξη δεν φτάνει σε όλη την κοινωνία. Και υπάρχει και η περιφερειακή διάσταση. Τι λέτε;
Η διάσταση της συμπεριληπτικότητας είναι πολύ σημαντική. Μία βασική δομική αδυναμία της αναπτυξιακής επίδοσης από το 2019 και μετά —τονίζω το 2019 γιατί έχουμε φύγει από τους περιορισμούς των μνημονίων— είναι ότι οι δείκτες περιφερειακών και ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων δείχνουν απουσία συγκεκριμένης περιφερειακής πολιτικής.
Αν πάρουμε τη Δυτική Μακεδονία, μια χαρακτηριστική περίπτωση, θα δούμε ότι η κυβέρνηση, στο πλαίσιο της γρήγορης πράσινης μετάβασης, προχώρησε στην απολιγνιτοποίηση.
Αν όμως κοιτάξουμε τα δεδομένα για τους νομούς Καστοριάς, Φλώρινας, Γρεβενών και Κοζάνης, διαπιστώνουμε ότι η συμμετοχή της Περιφέρειας στο ΑΕΠ μειώνεται κατακόρυφα από τότε που ξεκίνησε η διαδικασία.
Το ίδιο συμβαίνει και σε περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, όπου βλέπουμε δύο παράλληλες εξελίξεις: ερημοποίηση της υπαίθρου και μείωση της συμμετοχής τους στο ΑΕΠ.
Αυτό δείχνει ότι η χώρα δεν υπηρετεί στην πράξη μια κρίσιμη ελευθερία: την ελευθερία να μπορείς να μείνεις στον τόπο που γεννήθηκες.
Η έκθεση Λέτα τονίζει ότι στις τέσσερις ελευθερίες της Ε.Ε. πρέπει να προστεθεί και μια πέμπτη, ακριβώς αυτή. Αν έχεις γεννηθεί στα Δίκαια Έβρου ή σε ένα ακριτικό νησί και βλέπεις ότι δεν υπάρχει μέλλον, δεν έχεις πραγματικά την επιλογή να μείνεις. Είσαι υποχρεωμένος να μετακινηθείς αλλού, αποδεχόμενος μια δουλειά των 700, 800 ή 900 ευρώ, όχι επειδή το επέλεξες, αλλά επειδή δεν υπάρχουν πολιτικές που να σου επιτρέπουν να χτίσεις προοπτική στον τόπο σου.
Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, μια ήττα της ακολουθούμενης πολιτικής και του αναπτυξιακού προτύπου των τελευταίων ετών.
Άνιση ανάπτυξη και στεγαστική κρίση
- Και αυτό δημιουργεί κάποιες ακούσιες επιπτώσεις, με την έννοια ότι όταν ο πληθυσμός συγκεντρώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα ανεβαίνουν μοιραία οι τιμές, όπως συμβαίνει με την κρίση ακινήτων.
Ακριβώς. Όταν όλο και περισσότεροι άνθρωποι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και συγκεντρώνονται στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι πιέσεις στις τιμές των ακινήτων είναι αναπόφευκτες.
Και αυτό δεν έχει μόνο οικονομικές συνέπειες, αλλά και επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής: δείτε το κυκλοφοριακό, δείτε τη γενικότερη υποβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος. Βέβαια, δεν ευθύνεται αποκλειστικά η εσωτερική μετανάστευση. Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως η χρυσή βίζα και μια σειρά πρωτοβουλιών που ενίσχυσαν τη ζήτηση και οδήγησαν στην εκτίναξη των τιμών.
Να αναγνωρίσω ότι στα χρόνια της κρίσης οι αξίες των ακινήτων είχαν υποτιμηθεί σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Όμως αυτό που είδαμε τα τελευταία χρόνια, ειδικά την τελευταία εξαετία–επταετία, ήταν μια πρωτοφανής έκρηξη, που επιδεινώνει ακόμα περισσότερο προβλήματα τα οποία ήδη υπήρχαν.
Η κοινωνία βγήκε από μια μακρά περίοδο πολύ δύσκολων συνθηκών και σήμερα το ζήτημα της στέγασης έχει αναδειχθεί σε ένα από τα σοβαρότερα. Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι, ανάλογα με το εισόδημα, μια οικογένεια δαπανά τουλάχιστον 30% και πολλές φορές 40% του μηνιαίου της εισοδήματος για τη στέγη, σε βάρος της συνολικής ποιότητας ζωής.
- Παρατηρούνται στοιχεία ποιοτικής βελτίωσης στην οικονομία, με σημαντικότερη την αύξηση των εξαγωγών. Έχει αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο;
Η προσωπική μου άποψη είναι ότι, παρά τα τρία μνημόνια και το σύνολο των μεταρρυθμίσεων που σωστά επισημαίνετε, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να έχει βασικές αδυναμίες που είχαν διαμορφωθεί πριν από την κρίση, στην περίοδο των δίδυμων ελλειμμάτων.
Ναι, οι εξαγωγές αυξήθηκαν και ξεπέρασαν το 40% του ΑΕΠ, γεγονός σημαντικό. Ωστόσο υπολείπονται ακόμη του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Και το πιο κρίσιμο: για πέντε συνεχόμενα χρόνια έχουμε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, πολλές φορές πάνω από το 6% του ΑΕΠ. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η ενσωμάτωσή μας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας δεν είναι ούτε απλή ούτε εύκολη υπόθεση.
Άρα υπάρχει ανάγκη να σκύψουμε με προσοχή πάνω στο παραγωγικό ζήτημα. Όχι να μένουμε στη διαπίστωση ότι «υπάρχει πρόβλημα», αλλά να ανοίξει ουσιαστικά η συζήτηση για τα βήματα που απαιτούνται για την αναδιάρθρωση. Αφού, βεβαίως, συμφωνήσουμε ποιος είναι ο επιθυμητός στόχος: ποιος θέλουμε να είναι ο ρόλος της μεταποίησης στην ελληνική οικονομία.
Η συνεισφορά της μεταποίησης στο ΑΕΠ βελτιώθηκε λίγο, αλλά το ερώτημα είναι αν αυτό αρκεί ή αν χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο.
Το λέω γιατί η μεταποίηση έχει κρίσιμο ρόλο, ακριβώς επειδή συνδέεται και με τον τριτογενή και με τον πρωτογενή τομέα. Μια ενίσχυσή της θα στηρίξει συνολικά την οικονομία, ιδιαίτερα τον πρωτογενή τομέα που έχει εμφανώς σοβαρά προβλήματα.
- Ως πρώην Υπουργός Οικονομικών, τι θα ξεχωρίζατε ως ισχυρά σημεία της εγχώριας οικονομίας σήμερα;
Το πιο σημαντικό στοιχείο, με βάση και την εμπειρία αυτών των 15 χρόνων κρίσης, είναι η ισχυρή δυναμική μείωσης του χρέους, κάτι που ασφαλώς ενισχύθηκε και από τον πληθωρισμό.
Σε αυτό προστίθενται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χρέους, όπως η μέση ληκτότητα και τα χαμηλότερα επιτόκια, αποτέλεσμα αποφάσεων που ξεκίνησαν από το 2011 και ολοκληρώθηκαν ως το 2018. Έτσι, η εικόνα των δημοσιονομικών υποχρεώσεων της χώρας δεν έχει καμία σχέση με την προ κρίσης περίοδο.
Δεύτερο θετικό είναι η μείωση της ανεργίας, που πλέον βρίσκεται κοντά στα επίπεδα του 2008. Μπορεί να υπάρχει εύλογη συζήτηση για τη βιωσιμότητα και την ποιότητα των νέων θέσεων εργασίας, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η ανεργία υποχώρησε και ένα σημαντικό μέρος των κοινωνικών προβλημάτων που είχε προκαλέσει αντιμετωπίστηκε.
Τέλος, καταφέραμε έστω και οριακά να ενισχύσουμε τον ρόλο της μεταποίησης σε σχέση με πριν από την κρίση χρέους.
Παραμένουν τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας
- Και από πλευράς αδυναμιών, ποιες θα ξεχωρίζατε; Ποια είναι τα σημεία που σας προβληματίζουν περισσότερο και αν υπάρχουν αδυναμίες που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σε μια καινούργια κρίση;
Παίρνω ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που αφορά το παραγωγικό μας πρότυπο και τη δομή της οικονομίας. Το 2024, αν κοιτάξουμε τα τελευταία στατιστικά, βλέπουμε ότι η ιδιωτική κατανάλωση αντιπροσωπεύει πολλές φορές πάνω από το 70% του ΑΕΠ, όταν στην Ευρωζώνη κινείται συνήθως μεταξύ 50% και 55%. Αυτό σημαίνει ότι παραμένουμε μια οικονομία όπου η κατανάλωση κυριαρχεί.
Την ίδια στιγμή, οι επενδύσεις, παρότι έχουν αρχίσει να αυξάνονται, βρίσκονται το πολύ στο 15–16% του ΑΕΠ, δηλαδή αρκετά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που είναι γύρω στο 21%.
Άρα, το βασικό μας πρόβλημα είναι ότι το παραγωγικό πρότυπο εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση και όχι στην επένδυση, την καινοτομία και την εξωστρέφεια.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και το συνεχές έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Είναι κάτι που πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά. Ναι, αυξήθηκαν οι εξαγωγές, αλλά ταυτόχρονα αυξήθηκαν και οι εισαγωγές.
Και εδώ υπάρχει ένα τυπικό χαρακτηριστικό αδυναμίας των ελληνικών εξαγωγών: το μεγάλο εισαγωγικό περιεχόμενο που ενσωματώνουν.
Αυτό δημιουργεί πρόσθετες ευπάθειες για το μέλλον. Με ποια έννοια; Κάθε φορά που εκδηλώνεται μια κρίση στην αλυσίδα εφοδιασμού, ή κάθε φορά που αυξάνονται οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων, εμείς πλήττουμε άμεσα την ανταγωνιστικότητά μας.
Η αύξηση του κόστους των εισαγόμενων υλικών περνά στο κόστος των ελληνικών προϊόντων και, τελικά, μειώνει τη δυνατότητά μας να ανταγωνιστούμε στις διεθνείς αγορές.
Με αυτή την έννοια, δεν έγιναν οι αναγκαίες προετοιμασίες ώστε να μειώσουμε το εισαγωγικό περιεχόμενο των εξαγωγών μας στα επίπεδα των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης.
Και βεβαίως, δεν έχουν γίνει οι βαθύτερες αναδιαρθρώσεις που θα έδιναν στην Ελλάδα τα τρία χαρακτηριστικά που θεωρώ κρίσιμα. Πρώτον, ανθεκτικότητα. Θυμίζω ότι το 2020 η Ελλάδα είχε ύφεση της τάξης του 8%, από τις μεγαλύτερες στην Ευρωζώνη.
Περάσαμε τρία μνημόνια, υποτίθεται ότι κάναμε μεταρρυθμίσεις για να ενισχύσουμε και την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Κι όμως, όταν ήρθε η υγειονομική κρίση —κοινή για όλες τις χώρες— η Ελλάδα επλήγη πολύ πιο έντονα, κυρίως επειδή στηριζόμαστε υπερβολικά στον τουρισμό.
Το ερώτημα είναι αν, μετά από αυτή τη διάγνωση και μετά και την εμπειρία της ενεργειακής κρίσης, γίνονται βήματα ώστε να ενισχύσουμε ουσιαστικά την ανθεκτικότητά μας και να μη βρισκόμαστε κάθε φορά ανάμεσα στις χώρες που ξεχωρίζουν αρνητικά.
Δεύτερον, δυναμικότητα. Το επισημάναμε και στην αρχή: φαίνεται ότι η ελληνική οικονομία δεν αποκτά τη δυναμικότητα που απαιτούν οι συνθήκες. Και αυτό είναι πολύ σοβαρό, γιατί οι γεωοικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις δείχνουν ότι ο ρόλος της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία περιορίζεται σταδιακά.
Αυτό θα έχει συνέπειες στην οικονομία και στην ποιότητα ζωής των Ελλήνων. Αν δεν κάνουμε τις σωστές επιλογές για να ενισχύσουμε τη δυναμικότητα, το κόστος θα το πληρώσουμε όχι μόνο σήμερα, αλλά και στις επόμενες γενιές.
Τρίτον, είναι το ζήτημα των κοινωνικών δεικτών. Αν πάρουμε δείκτες που σχετίζονται με ανισότητες, φτώχεια ή ενεργειακή φτώχεια, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτά είναι τα μεγάλα αρνητικά της πορείας της οικονομίας. Αν δεν τα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά, κινδυνεύουμε να δούμε πολιτικές εξελίξεις όπως σε άλλες χώρες —εξελίξεις που τελικά θα είναι αρνητικές και για την οικονομία.
Γιατι η συνέναιση είναι άπιστο όνειρο
- Μετά από την κρίση του 2010 και την ταπεινωτική θέση στην οποία βρέθηκε η χώρα, γιατί το πολιτικό σύστημα δεν έχει καταφέρει να συνεννοηθεί σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις σε βασικούς άξονες, όπως η δικαιοσύνη, η εκπαίδευση, η δημόσια διοίκηση;
Σίγουρα είμαστε μια χώρα που χαρακτηρίζεται περισσότερο από πόλωση και λιγότερο από διάθεση συναίνεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 οδήγησε σε έναν δικομματικό διπολισμό, και όχι σε πολυκομματικό διπολισμό, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό σημαίνει ότι η επίτευξη συναινέσεων σε κάποια πεδία είναι εφικτή, σε άλλα όμως είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
Παίρνω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το ζήτημα της Δικαιοσύνης και ειδικά της διοίκησης της Δικαιοσύνης. Όλοι, λίγο-πολύ, είχαν αναγνωρίσει ότι χρειάζεται πιο θεσμικός τρόπος επιλογής των προσώπων που ηγούνται των δικαστικών οργάνων. Η κυβέρνηση προχώρησε σε σχετική μεταρρύθμιση, αλλά τελικά την υπονόμευσε.
Πέρασε δηλαδή νόμο για το πώς θα γίνεται η επιλογή της ηγεσίας, όμως αποδείχθηκε ότι η ίδια παραβίασε το πλαίσιο που νομοθέτησε. Αυτό, από μόνο του, δείχνει πόσο δύσκολα διαμορφώνεται εμπιστοσύνη και κουλτούρα συναίνεσης.
Πού θέλω να καταλήξω; Νομίζω ότι υπάρχουν δύο κρίσιμες προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι ο κοινωνικός διάλογος. Οι πολίτες πρέπει να πειστούν για την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων και να συνειδητοποιήσουν ότι έχουν προοδευτικό πρόσημο, δηλαδή ενισχύουν την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανοδική κινητικότητα.
Αν διασφαλιστεί στη συνείδηση του πολίτη ότι η πλειοψηφία επωφελείται από τέτοιες αλλαγές, τότε τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα πιεστούν να συμμετέχουν στον διάλογο, καταθέτοντας τις δικές τους παρατηρήσεις.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η διαβούλευση. Πολύ συχνά οι κυβερνήσεις —και στη συγκεκριμένη περίπτωση η τελευταία κυβέρνηση— αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες χωρίς να επιδιώκουν καν μια στοιχειώδη συναίνεση. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι πάντα εφικτή η συμφωνία όλων των κομμάτων, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία.
Ας δώσω ένα παράδειγμα: νομίζω ότι όλοι είχαμε συνειδητοποιήσει από την εμπειρία των τελευταίων ετών ότι έπρεπε να καταργηθεί η πρόβλεψη που συνέδεε την αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με την προσφυγή σε εκλογές.
Πολλοί μπορεί να την υποτίμησαν, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια μεταρρύθμιση που ενίσχυσε την πολιτική σταθερότητα. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς σοβαρή διαφωνία σε αυτό.
Το ίδιο, σε μεγάλο βαθμό, ισχύει και για την ψηφιοποίηση. Δεν έχω δει κόμματα της αντιπολίτευσης να αρνούνται ότι υπήρξε πρόοδος ή ότι ήταν αναγκαία μεταρρύθμιση. Οι επιμέρους ενστάσεις —όπως το να μη μετατρέψουμε τη γραφειοκρατία των χαρτιών σε ψηφιακή γραφειοκρατία— είναι θεμιτές, αλλά δεν αναιρούν τη βασική κατεύθυνση.
Και βεβαίως, υπάρχει ένα τρίτο, κρίσιμο ζήτημα για το μέλλον: η τεχνητή νοημοσύνη και η προετοιμασία της κοινωνίας για τις συνέπειές της. Δεν αφορά μόνο την εργασία, αλλά και την καθημερινότητα του πολίτη, ακόμη και την ίδια τη δημοκρατία. Δεν είμαι ενάντια στην τεχνητή νοημοσύνη. Λέω όμως ότι οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που θα μας προστατεύσει από τους κινδύνους της.
Κάθε μεγάλη αλλαγή —μηχανική ή ψηφιακή— φέρνει πρόοδο και οφέλη, αλλά συνοδεύεται και από κινδύνους. Εμείς έχουμε την υποχρέωση να τους προλαμβάνουμε ή, τουλάχιστον, να τους ελέγχουμε. Αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξει έγκαιρα, σοβαρά και με πνεύμα συνεργασίας, ώστε να μη βρεθούμε ξανά να τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις.