H προοπτική αξιοποίησης πυρηνικής ενέργειας από τη Βουλγαρία, με στόχο τη σταθεροποίηση του ηλεκτρικού συστήματος στην Ελλάδα, ενόψει της αυξανόμενης ζήτησης που δημιουργούν τα data centers αλλά και της ολοένα μεγαλύτερης διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης των πρωθυπουργών Ελλάδας και Βουλγαρίας, Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρούμεν Ράντεφ στη Σόφια.
Παράλληλα, η βουλγαρική πλευρά εξέφρασε στήριξη στην ανάπτυξη του δεύτερου FSRU στην Αλεξανδρούπολη, δεδομένης και της συμμετοχής της Bulgartransgaz με 20% στο μετοχικό σχήμα της Gastrade και της σημαντικής ενεργειακής τροφοδοσίας που ήδη λαμβάνει η χώρα μέσω Ελλάδας.
Συζητήθηκε επίσης η ενίσχυση της δυναμικότητας του διασυνδετήριου αγωγού φυσικού αερίου Ελλάδας–Βουλγαρίας (IGB), με στόχο την αύξηση της μεταφορικής ικανότητας από 3 σε 5 δισ. κυβικά μέτρα.
«Να επαναλάβω τη σημασία που αποδίδουμε στις ενεργειακές διασυνδέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου αναβαθμίζει ουσιαστικά τη γεωπολιτική θέση και των δύο χωρών μας, καθώς γινόμαστε πια πάροχοι ενεργειακής ασφάλειας για πολλές χώρες οι οποίες βρίσκονται βορείως της Ελλάδος και της Βουλγαρίας. Τα δε ζητήματα διασυνδεσιμότητας βρίσκονται στον πυρήνα της συνεργασίας μας.
H Ελλάδα ήταν αυτή η οποία ολοκλήρωσε τον IGB (Greece-Bulgaria Gas Interconnector) σε χρόνο ρεκόρ, σε μία εποχή όπου υπήρχε μεγάλη ανάγκη παροχής φυσικού αερίου στη Βουλγαρία, στην πρώτη φάση του πολέμου μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας.
Οπότε, η δυνατότητα για συνεργασία στον τομέα αυτόν είναι πραγματικά πολύ σημαντική και μπορούμε από κοινού να διεκδικήσουμε σημαντικούς ευρωπαϊκούς πόρους για να κινηθούμε σε αυτή την κατεύθυνση», ανέφερε ο Έλληνας Πρωθυπουργός.
Στο τραπέζι τέθηκε επίσης ένα ευρύτερο όραμα για έναν χερσαίο ενεργειακό και μεταφορικό διάδρομο που θα συνδέει ελληνικά λιμάνια με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και μέχρι την Ουκρανία, ενισχύοντας την περιφερειακή συνεργασία σε ενέργεια και υποδομές.
Τέλος, συζητήθηκε το ενδεχόμενο συμμετοχής βουλγαρικών εταιρειών σε λιμένες της Μακεδονίας και της Θράκης, στο πλαίσιο ιδιωτικοποιημένων παραχωρήσεων, ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου διασυνδεδεμένων επενδύσεων σε Ελλάδα και Βουλγαρία.