Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και οι επιπτώσεις της στο Σύνταγμα και το κράτος δικαίου βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης με θέμα «Τεχνητή Νοημοσύνη και Συνταγματική Αναθεώρηση» στο 14ο Regional Growth Conference (RGC 2026).
Το συνέδριο διοργανώθηκε από την εφημερίδα «Πελοπόννησος», την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας και το Πανεπιστήμιο Πατρών, υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων.
Στο πάνελ συμμετείχαν ο Νίκος Γιαννακόπουλος, Καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών, ο Παναγιώτης Περάκης, π. Πρόεδρος CCBE και Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Δικαιοσύνης, η Κωνσταντίνα Γεωργάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, και ο Μιχάλης Παπαγεωργίου, Επίκουρος Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δ.Θ., με συντονιστή τον Ηλία Νικολαΐδη, Διευθυντή Περιεχομένου της διαΝΕΟσις.
Η ανάγκη θεσμικού πλαισίου για την τεχνητή νοημοσύνη
Ο Νίκος Γιαννακόπουλος επισήμανε ότι από το 2022 η τεχνητή νοημοσύνη έχει περάσει σε νέα φάση, ενσωματούμενη σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, από την οικονομία έως τη δημόσια διοίκηση.
Όπως τόνισε, πρόκειται για τεχνολογία «ειδικού σκοπού» που μετασχηματίζει κοινωνίες και αγορές, δημιουργώντας παράλληλα ευκαιρίες και κινδύνους.
Υπογράμμισε ότι η Πολιτεία πρέπει να καθορίσει έγκαιρα τα όρια χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα ανεξέλεγκτης αλγοριθμικής διακυβέρνησης.
Όπως ανέφερε, «αν αυτά τα ζητήματα δεν προβλεφθούν σήμερα στο συνταγματικό και θεσμικό πλαίσιο, θα αναγκαζόμαστε στο μέλλον να επιστρέφουμε για να διορθώνουμε καθυστερημένα προβλήματα».
Η τεχνητή νοημοσύνη στη Δικαιοσύνη
Ο Παναγιώτης Περάκης εστίασε στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο της Δικαιοσύνης, αναφέροντας ότι η τεχνολογία μπορεί να συμβάλει στην επιτάχυνση των διαδικασιών και στην καλύτερη οργάνωση των υποθέσεων.
Προειδοποίησε, ωστόσο, για τους κινδύνους υπερβολικής εξάρτησης από αλγοριθμικά συστήματα, τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν σε ανακριβείς αποφάσεις ή σφάλματα αναγνώρισης προσώπων.
Τόνισε ότι ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της Δικαιοσύνης πρέπει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτος και ότι οι νέες συνταγματικές ρυθμίσεις πρέπει να είναι προσεκτικές και διαχρονικές, στηριζόμενες στις αρχές του κράτους δικαίου και των ατομικών δικαιωμάτων.
Η συνταγματική διάσταση της τεχνητής νοημοσύνης
Η Κωνσταντίνα Γεωργάκη επεσήμανε ότι το Σύνταγμα διαθέτει ήδη ευελιξία μέσω της δικαστικής ερμηνείας, ωστόσο εκτίμησε πως η συζήτηση για ειδική συνταγματική διάταξη σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη είναι πλέον ώριμη.
Μια τέτοια πρόβλεψη, όπως ανέφερε, θα μπορούσε να προστατεύει τους πολίτες απέναντι σε τεχνολογίες που επηρεάζουν την προσωπικότητα, την ελεύθερη βούληση ή τη δημοκρατική λειτουργία.
Πρόσθεσε ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο περιλαμβάνει ήδη δικλείδες ασφαλείας, αλλά απαιτείται μεγαλύτερη θεσμική σαφήνεια ώστε οι πολίτες να αισθάνονται ασφαλείς έναντι των νέων τεχνολογικών εξελίξεων.
Προς ένα νέο συνταγματικό πλαίσιο
Ο Μιχάλης Παπαγεωργίου υποστήριξε ότι η ένταξη ειδικής διάταξης για την τεχνητή νοημοσύνη στο ελληνικό Σύνταγμα αποτελεί αναγκαίο βήμα για ένα πραγματικά κανονιστικό Σύνταγμα.
Όπως δήλωσε, η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που θα παράγει δίκαιο, θα καθοδηγεί τη δημόσια διοίκηση και θα θέτει σαφείς κατευθύνσεις για τον νομοθέτη.
Σημείωσε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο διαμόρφωσης ενός ενισχυμένου νομικού πλαισίου για την τεχνητή νοημοσύνη, το οποίο πρέπει να εμπνέεται και από το ευρωπαϊκό και υπερεθνικό δίκαιο.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως μοχλός κοινωνικού μετασχηματισμού
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με κοινή διαπίστωση ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αποτελέσει τα επόμενα χρόνια καθοριστικό παράγοντα κοινωνικού και θεσμικού μετασχηματισμού.
Η ανάγκη για ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών χωρίς να περιορίζει την καινοτομία αναδείχθηκε ως κεντρικό ζητούμενο.
Το Regional Growth Conference πραγματοποιήθηκε από τις 19 έως τις 21 Μαΐου στο Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως κορυφαίου θεσμού διαλόγου για το μέλλον των ελληνικών περιφερειών και της πραγματικής οικονομίας, με στόχο ένα βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο για τη χώρα.