Δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν ούτε τα Τέμπη, παρά το μέγεθος της τραγωδίας, από τη μοίρα της χώρας: την ιδεολογικοποίηση των πάντων και την αδυναμία να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.
Ακριβώς όπως έγινε με τη χρεοκοπία του 2010, με την καταστροφή στο Μάτι, με τις φωτιές της Πελοποννήσου, αλλά και με τα «μικρότερα» στην καθημερινότητά μας, την υπολειτουργία σχεδόν των πάντων στη χώρα - μια χώρα μέλος της Ευρωζώνης που όμως σε ελάχιστα θυμίζει ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Αυτό που συνέβη στα Τέμπη δεν ήταν μόνο μια αδιανόητη σύγκρουση τρένων. Ήταν μια σύγκρουση με την πραγματική κατάσταση του ελληνικού κράτους.
Τα Τέμπη δεν ήταν «η κακιά στιγμή», όπως αρχικά επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί. Δεν ήταν απλώς ένα απρόβλεπτο συμβάν. Δεν ήταν μόνο ανθρώπινο λάθος.
Ήταν το μεταπολιτευτικό κράτος σε λειτουργία, με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος είχε εκλεγεί με την υπόσχεση ότι αυτό το κράτος θα αλλάξει.
Ο δημόσιος διάλογος εκτροχιάστηκε σχεδόν αμέσως. Φωνές, πιο δυνατές φωνές και ακόμα πιο δυνατές φωνές κάλυψαν τα πάντα. Η τραγωδία έγινε σύνθημα. Έγινε πολιτικό όπλο. Έγινε εργαλείο επιβεβαίωσης ιδεολογιών.
Κάποιοι έδειξαν τον καπιταλισμό — «τα κέρδη τους, οι ζωές μας» — και τον ταξικό πόλεμο.
Άλλοι είδαν τις ιδιωτικοποιήσεις, αγνοώντας ότι η διαχείριση της κυκλοφορίας των τρένων ανήκει αποκλειστικά στο κράτος μέσω του ΟΣΕ.
Άλλοι μίλησαν για τις επιπτώσεις των μνημονίων και τη μείωση των δημοσίων υπαλλήλων.
Άλλοι βροντοφώναξαν «Μητσοτάκη παραιτήσου» ως λύση σε ένα πρόβλημα βαθύτερο από ένα πρόσωπο.
Και άλλοι κατέφυγαν σε ατελείωτες θεωρίες συνωμοσίας.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, επιχειρήθηκε αρχικά να αποδώσει την αδιανόητη τραγωδία σε ανθρώπινο λάθος, μετά ότι αυτά συμβαίνουν παντού - και στις πιο προηγμένες χώρες, και τελικά ότι επιχειρείται πολιτική αποσταθεροποίηση.
Και μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, χάθηκε το βασικό: η ψύχραιμη συζήτηση για την κατάσταση και την ικανότητα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.
Για το ίδιο το κράτος.
Δεν έγινε συστηματική ανάλυση για το γιατί κρίσιμα έργα ασφαλείας καθυστερούν επί χρόνια.
Γιατί σε μια χώρα με από τα χαμηλότερα επίπεδα πυκνότητας σιδηροδρομικού δικτύου στην Ευρώπη και περιορισμένο αριθμό δρομολογίων, δεν έχουν ολοκληρωθεί και λειτουργήσει πλήρως βασικά συστήματα ασφαλείας.
Για το πώς, σε ένα τόσο διαχειρίσιμο σε κλίμακα δίκτυο, φτάσαμε σε μετωπική σύγκρουση τρένων - μια τραγωδία με 57 νεκρνεκρούς.
Γιατί φτάσαμε εκεί;
Κομματοκρατία. Έλλειψη διοικητικής συνέχειας. Αποσπασματική εποπτεία. Καθυστερήσεις χωρίς συνέπειες. Διοικήσεις που αλλάζουν με πολιτικούς όρους. Απουσία λογοδοσίας. Κουλτούρα ανοχής στη μη κανονικότητα. Ατιμωρίσια. Διαφθορά.
Όλα όσα συζητάμε χρόνια - και δεν αλλάζουν.
Και αυτή η ανεπάρκεια δεν είναι ιδεολογική. Είναι διαχρονική. Διαπερνά κυβερνήσεις, κόμματα και πολιτικούς κύκλους.
Η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν απέτυχε επειδή της έλειψαν πόροι. Απέτυχε επειδή δεν οικοδόμησε κράτος με θεσμούς που λειτουργούν ανεξάρτητα από πρόσωπα. Κράτος με επαγγελματισμό, λογοδοσία και τεχνοκρατική επάρκεια.
Το πολιτικό σύστημα παρέμεινε εγκλωβισμένο σε διχαστικά μοτίβα, με τη δημαγωγία να κυριαρχεί και τα πάντα να εκφυλίζονται σε μικροπολιτικό παιχνίδι με έπαθλο το ίδιο το κράτος.
Πολιτικό προσωπικό που δεν μπορεί όχι να συνεννοηθεί αλλά ούτε καν να συζητήσει πολιτισμένα.
Η χώρα ήταν -και παραμένει- θεσμικά ανοχύρωτη.
Και αυτή η διαρκής θεσμική εκκρεμότητα είναι το πραγματικό μεγάλο έλλειμμα που μας καταδικάζει σε ένα μόνιμο «discount» σε σχέση με τις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Όχι επειδή υστερούμε σε ανθρώπινο δυναμικό. Όχι επειδή μας λείπουν οι πόροι. Αλλά επειδή μας λείπει η σταθερή, αξιόπιστη κρατική ικανότητα.
Και όσο αυτό δεν αλλάζει, το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο οι τραγωδίες. Θα είναι η μόνιμη υστέρηση.