Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις και η μεταφορά του στη Νέα Υόρκη σηματοδοτούν μια από τις πιο δραστικές παρεμβάσεις των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική τις τελευταίες δεκαετίες. Η επιχείρηση, που ανατρέπει τις ισορροπίες στη Βενεζουέλα, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με ερωτήματα για τη νομιμότητα, τη διακυβέρνηση της χώρας και τον ρόλο των ενεργειακών πόρων στο νέο δόγμα Ουάσιγκτον.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι στόχος ήταν η «αποκατάσταση της τάξης» και η αντιμετώπιση του «ναρκο-τρομοκρατικού» δικτύου που αποδίδει στο καθεστώς, όμως η επιχείρηση έχει προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις, ερωτήματα νομιμότητας και έντονη ανησυχία για το ποιος κυβερνά πραγματικά πλέον τη χώρα.
Παράλληλα, ο Τραμπ εμφανίζεται να συνδέει ανοιχτά την επέμβαση με τη στρατηγική πρόσβαση σε πόρους, παρουσιάζοντας τη Βενεζουέλα ως παράδειγμα μιας νέας, πιο επιθετικής εξωτερικής πολιτικής.
Ο Μαδούρο και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, μεταφέρθηκαν αρχικά σε αμερικανικό πολεμικό πλοίο και στη συνέχεια αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη. Κρατούνται στο Metropolitan Detention Center στο Μπρούκλιν και αναμένεται να εμφανιστούν σε ομοσπονδιακό δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες που σχετίζονται με ναρκο-τρομοκρατία, διακίνηση κοκαΐνης και οπλισμό, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές.
Το BBC, επικαλούμενο αμερικανικές πηγές, αναφέρει ότι συμμετείχαν πάνω από 150 αεροσκάφη, ενώ επιβεβαιώθηκαν τουλάχιστον πέντε σημεία που χτυπήθηκαν, μεταξύ των οποίων στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κομβικές υποδομές. Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η επιχείρηση διήρκεσε λίγες ώρες και ότι οι απώλειες Αμερικανών ήταν περιορισμένες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Ντέλσι Ροντρίγκες, αντιπρόεδρος του Μαδούρο, η οποία έχει αναλάβει καθήκοντα «μεταβατικής προέδρου», έπειτα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Βενεζουέλας.
Πιθανή επαναπροσέγγιση μεταξύ Ουάσιγκτον και Καράκας
Η Βενεζουέλα παραμένει διοικητικά στα χέρια του ίδιου πολιτικού μηχανισμού. Αν και ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ είναι «σε θέση να τρέξουν τη χώρα» μέχρι μια «κατάλληλη μετάβαση», ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο άφησε να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον δεν σκοπεύει να κυβερνήσει άμεσα, αλλά θα χρησιμοποιήσει «μοχλούς πίεσης», κυρίως στον τομέα της ενέργειας, για να διαμορφώσει τις εξελίξεις.
Το επόμενο κρίσιμο τεστ, σύμφωνα με το Bloomberg, είναι η σημερινή συνεδρίαση της νέας Εθνοσυνέλευσης στη Βενεζουέλα, όπου θα φανεί κατά πόσο η Ροντρίγκες διαθέτει σταθερή νομιμοποίηση και πραγματικό έλεγχο.
Η Ροντρίγκες, πάντως, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη ρητορική αντίστασης και την πραγματικότητα των αμερικανικών απαιτήσεων. Το Bloomberg σημειώνει ότι η ίδια γνωρίζει σε βάθος τον πετρελαϊκό τομέα, καθώς έχει διατελέσει υπουργός Πετρελαίου, αλλά το σχέδιο Τραμπ για δραστική αύξηση της παραγωγής στη Βενεζουέλα θεωρείται ιδιαίτερα δαπανηρό και πολιτικά επικίνδυνο.
Στο εσωτερικό, η προσέγγισή της προς τις ΗΠΑ μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις από σκληροπυρηνικά στελέχη που επί χρόνια αντιμετωπίζουν την Ουάσιγκτον ως «ιμπεριαλιστική απειλή».
Σε μια αξιοσημείωτη στροφή, η Ροντρίγκες κάλεσε πλέον τις ΗΠΑ σε συνεργασία, υιοθετώντας σαφώς πιο συμφιλιωτικό τόνο προς τη διοίκηση Τραμπ, λίγες ώρες μετά την αρχική οργισμένη καταγγελία της επιχείρησης ως «απαγωγής».
«Επεκτείνουμε πρόσκληση προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ να εργαστούμε μαζί σε μια ατζέντα συνεργασίας, προσανατολισμένη στην κοινή ανάπτυξη, μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου», ανέφερε σε δήλωσή της, προσθέτοντας ότι η χώρα επιδιώκει «ειρήνη και ειρηνική συνύπαρξη».
Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, εμφανίστηκε αποφασισμένος να διατηρήσει τη μέγιστη πίεση στο Καράκας. Σύμφωνα με το Bloomberg, προειδοποίησε τη Ροντρίγκες ότι «αν δεν κάνει το σωστό, θα πληρώσει πολύ μεγάλο τίμημα», ενώ δήλωσε ότι η Βενεζουέλα θα χρειαστεί «ανασυγκρότηση».
Παράλληλα, επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ θέλουν «πλήρη πρόσβαση» στο πετρέλαιο της χώρας, παρουσιάζοντας την ενεργειακή ανασύνταξη ως βασικό άξονα του σχεδίου για την «επόμενη μέρα».
Η επιχείρηση, που περιγράφεται ως «Operation Absolute Resolve», πραγματοποιήθηκε λίγο μετά τις 02:00 τοπική ώρα, με εκτεταμένους βομβαρδισμούς γύρω από το Καράκας και ταυτόχρονη δράση ειδικών δυνάμεων.
Ο Μαδούρο αναμένεται να εμφανιστεί ενώπιον αμερικανικού δικαστηρίου στη Νέα Υόρκη, εξέλιξη που μπορεί να καθορίσει όχι μόνο τη μοίρα του ίδιου, αλλά και τη γεωπολιτική τροχιά της χώρας.
Οι διεθνείς αντιδράσεις για την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα
Διεθνώς, οι αντιδράσεις κινούνται από στήριξη έως σφοδρή καταδίκη.
Το BBC καταγράφει ότι η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν ζήτησαν την απελευθέρωση του Μαδούρο και κατήγγειλαν παραβίαση κυριαρχίας, ενώ αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής καταδίκασαν τα πλήγματα ως επικίνδυνο προηγούμενο.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, εξέφρασε τη διαφωνία της Γαλλίας με τη μέθοδο που ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Σύμφωνα με κυβερνητική εκπρόσωπο, κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου, ο Μακρόν υπογράμμισε ότι η Γαλλία «δεν υποστηρίζει ούτε εγκρίνει» τις συγκεκριμένες ενέργειες.
Ο Γάλλος πρόεδρος τόνισε πως η χώρα του υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο και την ελευθερία των λαών. Σημείωσε ότι ο Νικολάς Μαδούρο χαρακτηρίζεται ως «δικτάτορας» και η απομάκρυνσή του αποτελεί «καλή είδηση για τους Βενεζουελάνους», καθώς, όπως ανέφερε, «καταχράστηκε την ελευθερία του λαού του και έκλεψε τις εκλογές του 2024».
Στον αντίποδα, ορισμένοι ηγέτες, όπως στην Αργεντινή, εξέφρασαν δημόσια ικανοποίηση για την εξέλιξη.
Από την πλευρά του, ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν σημείωσε πως θετικό αντίκτυπο στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας αναμένεται να έχει η απόφαση των ΗΠΑ να ανατρέψουν τον ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Όπως τόνισε ο Όρμπαν σε ετήσια συνέντευξη Τύπου σε διεθνή μέσα ενημέρωσης, οι ΗΠΑ και η Βενεζουέλα ενδέχεται πλέον να ελέγχουν έως και το 50% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου.
Εντός των ΗΠΑ, το θέμα έχει ανοίξει νέα μέτωπα. Σύμφωνα με το CBS News, κορυφαίοι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι η επιχείρηση ήταν «παράνομη» και ότι δημιουργεί προηγούμενο που μπορεί να αξιοποιηθεί από άλλες μεγάλες δυνάμεις, ενώ ζητούν ενημέρωση του Κογκρέσου και προωθούν ψήφισμα περί πολεμικών εξουσιών.