Σ' ένα φιλόδοξο σχέδιο η UniCredit σχεδιάζει να επιστρέψει περίπου 50 δισ. ευρώ στους μετόχους έως το 2030, καθώς ο διευθύνων σύμβουλος Αντρέα Ορσέλ δεσμεύεται να βελτιώσει περαιτέρω την κερδοφορία και τη δημιουργία κεφαλαίου της τράπεζας την επόμενη πενταετία.
Υπό την ηγεσία του Ορσέλ, η κερδοφορία και οι αποδόσεις προς τους μετόχους της UniCredit έχουν εκτοξευθεί. Η μετοχή της τράπεζας έχει αυξηθεί πάνω από επτά φορές από τότε που ανέλαβε καθήκοντα, γεγονός που επέτρεψε στον πρώην τραπεζίτη επενδύσεων να προχωρήσει σε σειρά κινήσεων εξαγορών, καθώς η δραστηριότητα συμφωνιών στην Ευρώπη εντείνεται.
Αν και οι πρόσφατες προσπάθειες εξαγοράς στην Ιταλία και τη Γερμανία έχουν προσκρούσει σε πολιτικές αντιδράσεις, η UniCredit διατηρεί σημαντικές συμμετοχές σε μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους, συμπεριλαμβανομένης της Alpha Bank στην Ελλάδα, όπου το πολιτικό περιβάλλον εμφανίζεται πιο ευνοϊκό.
Σύμφωνα με τη στρατηγική που ανακοινώθηκε, η τράπεζα θα αποδίδει το 80% των ετήσιων κερδών της μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών, ενώ θα εξετάζει κάθε χρόνο πρόσθετες αποδόσεις, εφόσον το επίπεδο των πλεοναζόντων κεφαλαίων το επιτρέπει. Η διοίκηση εκτιμά ότι τα καθαρά έσοδα θα αυξάνονται με ρυθμό 5% ετησίως, οδηγώντας τα κέρδη στα 11 δισ. ευρώ το 2024 και στα 13 δισ. ευρώ έως το 2028.
Από την ανάληψη της διοίκησης το 2021, ο Orcel έχει προχωρήσει σε εκτεταμένο μετασχηματισμό του ομίλου: μείωση κόστους, αποεπένδυση από δραστηριότητες χαμηλής απόδοσης και ενίσχυση των τομέων με υψηλότερη κερδοφορία. Καθώς τα περιθώρια στα δάνεια συμπιέζονται, η στρατηγική εστιάζει στην αύξηση των εσόδων από προμήθειες και στη δυναμική αναδιάρθρωση του εμπορικού δικτύου για την ενίσχυση του μεριδίου αγοράς.
Η UniCredit ανακοίνωσε τους νέους οικονομικούς της στόχους μαζί με αύξηση 10% στα κέρδη του τέταρτου τριμήνου, η οποία ξεπέρασε τις εκτιμήσεις των αναλυτών, καθώς τα φορολογικά οφέλη και τα έκτακτα κέρδη υπεραντιστάθμισαν περισσότερα από 1 δισ. ευρώ σε κόστη ενοποίησης και έξοδα αντιστάθμισης του στρατηγικού της χαρτοφυλακίου. Τα τελευταία οδήγησαν το σχετικά μικρό χαρτοφυλάκιο συναλλαγών της τράπεζας σε ζημιές για το τρίμηνο και επιβάρυναν τα έσοδα.
Ο κεφαλαιακός δείκτης της τράπεζας, καθοριστικός για τη δυνατότητά της να προχωρά σε εξαγορές ή να επιστρέφει κεφάλαια στους μετόχους, παρέμεινε ισχυρός, με τον δείκτη κοινών βασικών ιδίων κεφαλαίων (CET1) να διαμορφώνεται στο 14,7% στο τέλος Δεκεμβρίου, έναντι 14,8% το προηγούμενο τρίμηνο.
Η διοίκηση της UniCredit εκφράζει την πεποίθηση ότι η τράπεζα μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει ανώτερες αποδόσεις και ισχυρή ανάπτυξη, διατηρώντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών τα επόμενα χρόνια.