Οι αεροπορικές επιδρομές που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ από κοινού με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν προκάλεσαν έντονες και αντιφατικές αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο. Οι περισσότεροι ρεπουμπλικανοί χαιρέτισαν την «αποφασιστική» στρατιωτική επιχείρηση, ενώ αρκετοί δημοκρατικοί καταδίκασαν την «παράνομη» επίθεση που ανακοίνωσε ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
«Σήμερα το Ιράν είναι αντιμέτωπο με τις σοβαρές συνέπειες των σατανικών ενεργειών του», δήλωσε ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, ρεπουμπλικανός Μάικ Τζόνσον, μέσω X. Ο ίδιος πρόσθεσε: «Προσευχόμαστε για την ασφάλεια των γενναίων στρατιωτών μας και των συμμάχων μας που συμμετέχουν στην επιχείρηση. Ο θεός να τους ευλογεί και ο θεός να ευλογεί την Αμερική».
Ο Τομ Έμερ, αρμόδιος για την πειθαρχία της κοινοβουλευτικής ομάδας των ρεπουμπλικάνων, χαρακτήρισε την επιχείρηση «τολμηρή, αποφασιστική πράξη ισχύος από πλευράς του προέδρου Τραμπ». Αντίστοιχα, ο γερουσιαστής Τομ Κότον υπενθύμισε γεγονότα όπως η κρίση των ομήρων του 1979 και η επίθεση στη Βηρυτό το 1983, σημειώνοντας πως «το Ιράν διεξάγει πόλεμο εναντίον των ΗΠΑ εδώ και 47 χρόνια (...) Ο λογαριασμός του χασάπη εντέλει πληρώνεται από τους αγιατολάδες».
Για τον γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκρέιαμ, που υποστήριζε επί χρόνια στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν, το διάγγελμα του προέδρου Τραμπ «θα μείνει στην ιστορία ως ο καταλύτης της πιο ιστορικής αλλαγής στη Μέση Ανατολή σε χίλια χρόνια». Ο ίδιος εκτίμησε ότι η επιχείρηση «είχε σχεδιαστεί καλά» και θα είναι «σφοδρή, εκτεταμένη και επιτυχής», προσθέτοντας πως «η πτώση του καθεστώτος του αγιατολά με αμερικανικό αίμα στα χέρια είναι απαραίτητη και παραπάνω από δικαιολογημένη».
Ωστόσο, υπήρξαν και ρεπουμπλικανικές φωνές διαφωνίας. Ο βουλευτής Τόμας Μάσι δήλωσε: «Είμαι ενάντιος σε αυτόν τον πόλεμο. Αυτό δεν είναι ‘Πρώτα η Αμερική’». Ο ίδιος ανακοίνωσε ότι θα συνεργαστεί με τον δημοκρατικό Ρο Χάνα ώστε το Κογκρέσο να κληθεί να ψηφίσει για την έγκριση ή μη του πολέμου, τονίζοντας πως «το Σύνταγμα προϋποθέτει ψηφοφορία».
Οι αντιδράσεις των Δημοκρατικών
Από την πλευρά των δημοκρατικών, οι αντιδράσεις ήταν σφοδρές. Ο γερουσιαστής Τζακ Ριντ υπογράμμισε ότι «ο πρόεδρος Τραμπ έσπρωξε τη χώρα μας σε μείζονα πόλεμο με το Ιράν — πόλεμο για τον οποίο δεν παρουσίασε ποτέ πειστικά επιχειρήματα, δεν ζήτησε έγκριση από το Κογκρέσο και δεν έχει σχέδιο για το τέλος του». Προειδοποίησε ακόμη ότι «το Ιράν είναι εξασθενημένο, αλλά απέχει πολύ από το να είναι ανίκανο» και κάλεσε τις δυνάμεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να προετοιμαστούν για «επικίνδυνη και μακράς διάρκειας εκστρατεία».
Ο γερουσιαστής Εντ Μάρκι χαρακτήρισε «παράνομη και αντισυνταγματική» τη στρατιωτική επίθεση, εκφράζοντας φόβους για «κλιμάκωση σε ευρύτερο, περιφερειακό πόλεμο με σοβαρούς κινδύνους για τους αμερικανούς στρατιωτικούς και πολίτες». Παρόλα αυτά, ο γερουσιαστής Τζον Φέτερμαν διαφοροποιήθηκε, δηλώνοντας ότι «ο πρόεδρος Τραμπ είχε τη βούληση να κάνει αυτό που είναι δίκαιο και απαραίτητο για να αποκατασταθεί αληθινή ειρήνη στην περιοχή».