Η διπλωματία των ΗΠΑ δεν κατάφερε να αποτρέψει την έγκριση διακήρυξης για τα δικαιώματα των γυναικών στα Ηνωμένα Έθνη, σύμφωνα με όσα αποφασίστηκαν τη Δευτέρα στην επιτροπή του ΟΗΕ για την Κατάσταση των Γυναικών.
Από τις 44 χώρες που συμμετείχαν στην ψηφοφορία, 37 τάχθηκαν υπέρ του συμβιβαστικού κειμένου, έξι απείχαν, ενώ οι ΗΠΑ ήταν η μοναδική χώρα που καταψήφισε. Η απόφαση αυτή ανέδειξε τις διαφορετικές προσεγγίσεις που υπάρχουν σε διεθνές επίπεδο γύρω από ζητήματα ισότητας και φύλου.
Η υπουργός Γυναικών της Γερμανίας, Κάριν Πριν, υποστήριξε τη διακήρυξη, τονίζοντας ότι δίνει έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών στα δικαστικά συστήματα και στην κατάργηση νόμων που ενισχύουν διακρίσεις εις βάρος τους.
«Με λυπεί το ότι δεν μοιράζονται όλοι πλέον τη συλλογική δέσμευσή μας στην ισότητα των φύλων, που είχε γίνει στο Πεκίνο το 1995», ανέφερε η κ. Πριν, προσθέτοντας ωστόσο ότι «συγκριτικά, η συντριπτική πλειοψηφία συνεχίζει να το κάνει. Αυτή είναι ενθαρρυντική ένδειξη».
Οι ΗΠΑ είχαν εκφράσει νωρίτερα ενστάσεις για το σχέδιο, υποστηρίζοντας ότι περιλαμβάνει «αμφιλεγόμενη γλώσσα» η οποία προωθεί «την ιδεολογία του φύλου». Το κείμενο περιλαμβάνει δεσμεύσεις για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία, διατυπώσεις που η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί «αόριστες», καθώς και αποσπάσματα που, κατά την Ουάσιγκτον, ενδέχεται να οδηγήσουν σε «λογοκρισία», καθώς εισηγούνται μέτρα κατά του λόγου μίσους.
Αρχικά, οι ΗΠΑ προσπάθησαν να εμποδίσουν ή να καθυστερήσουν την υιοθέτηση της διακήρυξης. Όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό, πρότειναν τροποποιήσεις, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής. Έτσι, εγκρίθηκε τελικά ένα συμβιβαστικό κείμενο, αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων που διήρκεσαν εβδομάδες.
Η ανάγκη διεξαγωγής ψηφοφορίας θεωρείται άνευ προηγουμένου στα 80 χρόνια λειτουργίας της επιτροπής, καθώς τέτοια κείμενα υιοθετούνται συνήθως ομόφωνα και διά βοής. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η επίτευξη συναίνεσης και ομοφωνίας αποδείχθηκε αδύνατη.