Η Δανία είχε προετοιμαστεί, σε συνεργασία με τους συμμάχους της, για την αντιμετώπιση πιθανής αμερικανικής εισβολής στη Γροιλανδία, σύμφωνα με ρεπορτάζ της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης DR. Η ένταση μεταξύ Κοπεγχάγης και Ουάσιγκτον είχε κορυφωθεί τον Ιανουάριο, με αφορμή το καθεστώς του αυτόνομου δανικού εδάφους.
Η DR επικαλείται επιχειρησιακή εντολή της 13ης Ιανουαρίου 2026, η οποία αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη δανικών δυνάμεων. Το έγγραφο περιγράφει επιχείρηση άμυνας της Γροιλανδίας, που σχεδιάστηκε αμέσως μετά την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα.
«Από τη στιγμή που ο Τραμπ λέει [έλεγε] όλη την ώρα ότι θέλει να αγοράσει τη Γροιλανδία, και στη συνέχεια συνέβη αυτό που συνέβη στη Βενεζουέλα, ήμασταν υποχρεωμένοι να λάβουμε σοβαρά υπόψη όλα τα σενάρια», ανέφερε ανώνυμη πηγή της δανικής άμυνας στην DR, υπογραμμίζοντας πως η Κοπεγχάγη θεωρούσε ότι ο «επίσημος μηχανισμός των Ηνωμένων Πολιτειών δεν λειτουργεί πλέον όπως συνήθως».
Υπό το πρόσχημα των συμμαχικών γυμνασίων "Arctic Endurance" του ΝΑΤΟ, ένα σύνταγμα και ειδικές δανικές δυνάμεις, μαζί με αλπικούς τυφεκιοφόρους από τη Γαλλία και στρατιώτες από τη Γερμανία και τη Σουηδία, μεταφέρθηκαν στη Γροιλανδία.
Όπως ανέφερε δεύτερη ανώνυμη πηγή στην DR, δεν επρόκειτο για άσκηση επί χάρτου αλλά για πραγματική επιχειρησιακή προετοιμασία. «Δεν υπήρχε η δυνατότητα για καμία αμφισημία», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι οι στρατιώτες έφεραν σακούλες αίματος και εκρηκτικά.
Η κυβέρνηση και η άμυνα της Δανίας, όπως και η κυβέρνηση της Γροιλανδίας, απέφυγαν να σχολιάσουν τις πληροφορίες.
Μετά από εβδομάδες έντονων δηλώσεων, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 21 Ιανουαρίου στο Νταβός ένα ασαφές «πλαίσιο μελλοντικής συμφωνίας» για τη Γροιλανδία, αίροντας τις απειλές για δασμούς και στρατιωτικές ενέργειες.
Αμέσως μετά, το ΝΑΤΟ κινητοποιήθηκε, ξεκινώντας αποστολή ενίσχυσης της ασφάλειας στην Αρκτική, με συμμετοχή τόσο της Δανίας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών.