Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια, με την Κριστίν Λαγκάρντ να τονίζει ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει σημαντικά την αβεβαιότητα, ενισχύοντας τους ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό και τους καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη.
Κατά την έναρξη της συνέντευξης Τύπου, η πρόεδρος της ΕΚΤ υπογράμμισε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο παραμένει προσηλωμένο στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η νέα γεωπολιτική κρίση αλλάζει το πλαίσιο.
Όπως ανέφερε, ο πόλεμος θα έχει ουσιαστική επίδραση στον βραχυπρόθεσμο πληθωρισμό μέσω των υψηλότερων τιμών ενέργειας, ενώ οι μεσοπρόθεσμες συνέπειες θα εξαρτηθούν από την ένταση και τη διάρκεια της σύγκρουσης, αλλά και από το πώς οι ενεργειακές ανατιμήσεις θα περάσουν στις τιμές καταναλωτή και στην πραγματική οικονομία.
Η κ. Λαγκάρντ τόνισε ότι η ΕΚΤ θεωρεί πως βρίσκεται σε καλή θέση για να διαχειριστεί αυτή τη νέα αβεβαιότητα.
Όπως είπε, ο πληθωρισμός βρισκόταν ήδη κοντά στον στόχο του 2%, οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες παραμένουν αγκυροβολημένες και η οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα τα τελευταία τρίμηνα.
Ανοδική αναθεώρηση για τον πληθωρισμό, χαμηλότερα η ανάπτυξη
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι τα επόμενα στοιχεία θα είναι καθοριστικά για να φανεί πώς ακριβώς ο πόλεμος θα επηρεάσει την πορεία του πληθωρισμού και τους κινδύνους γύρω από αυτήν.
Στις νέες προβολές των οικονομολόγων της ΕΚΤ, οι οποίες ενσωματώνουν κατ’ εξαίρεση δεδομένα έως τις 11 Μαρτίου, ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται στο 2,6% το 2026, στο 2,0% το 2027 και στο 2,1% το 2028.
Η αναθεώρηση είναι ανοδική σε σχέση με τον Δεκέμβριο, κυρίως για το 2026, εξαιτίας της αύξησης των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου.
Αντίστοιχα, ο πληθωρισμός χωρίς ενέργεια και τρόφιμα εκτιμάται στο 2,3% το 2026, στο 2,2% το 2027 και στο 2,1% το 2028, επίσης υψηλότερα από τις προηγούμενες προβλέψεις.
Στο πεδίο της ανάπτυξης, η εικόνα είναι πιο αδύναμη. Η ΕΚΤ προβλέπει ότι η οικονομία της ευρωζώνης θα αναπτυχθεί κατά 0,9% το 2026, κατά 1,3% το 2027 και κατά 1,4% το 2028, με τη μεγαλύτερη προς τα κάτω αναθεώρηση να καταγράφεται για το 2026.
Στο τραπέζι και το σενάριο ενός πιο επίμονου ενεργειακού σοκ
Όπως εξήγησε η πρόεδρος της ΕΚΤ, η επιβράδυνση αντανακλά τις διεθνείς επιπτώσεις του πολέμου στις αγορές εμπορευμάτων, στα πραγματικά εισοδήματα και στην εμπιστοσύνη.
Την ίδια στιγμή, σημείωσε ότι η χαμηλή ανεργία, οι ισχυροί ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα και οι δημόσιες δαπάνες για άμυνα και υποδομές αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα.
Η κ. Λαγκάρντ ανέφερε ότι η ΕΚΤ επεξεργάστηκε και εναλλακτικά σενάρια για να αποτιμήσει τις πιθανές συνέπειες ενός πιο παρατεταμένου ενεργειακού σοκ.
Σύμφωνα με αυτά, μια μεγαλύτερη διακοπή στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου θα οδηγούσε τον πληθωρισμό πάνω από το βασικό σενάριο και την ανάπτυξη χαμηλότερα από τις τρέχουσες προβλέψεις.
Όπως επισήμανε, οι επιπτώσεις στον μεσοπρόθεσμο πληθωρισμό θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από το εύρος των έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεων.
Η ΕΚΤ επανέλαβε ότι θα συνεχίσει να κινείται με βάση τα δεδομένα και από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, χωρίς να προδεσμεύεται για συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων.
Η επόμενη κίνηση θα κριθεί από τα στοιχεία και την πορεία της οικονομίας
Η Κριστίν Λαγκάρντ ξεκαθάρισε ότι οι μελλοντικές αποφάσεις θα εξαρτώνται από την αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού, των κινδύνων που τον περιβάλλουν, αλλά και από τα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά στοιχεία που θα προκύπτουν.
Σε ό,τι αφορά την οικονομική δραστηριότητα, η πρόεδρος της ΕΚΤ σημείωσε ότι η οικονομία της ευρωζώνης αναπτύχθηκε κατά 0,2% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, με ώθηση από την ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση.
Όπως είπε, τα νοικοκυριά αύξησαν τις δαπάνες τους καθώς τα πραγματικά εισοδήματα βελτιώθηκαν και η ανεργία παρέμεινε κοντά στα ιστορικά χαμηλά, ενώ ενισχύθηκαν και οι κατασκευές, οι ανακαινίσεις κατοικιών και οι επιχειρηματικές επενδύσεις, ειδικά σε τομείς όπως η έρευνα, η ανάπτυξη και το λογισμικό.
Ωστόσο, τόνισε ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ήδη επηρεάζει αρνητικά τα πραγματικά εισοδήματα και την εμπιστοσύνη, οδηγώντας σε πιο συγκρατημένες προβλέψεις για κατανάλωση και επενδύσεις, ιδιαίτερα το 2026.
Παράλληλα, επανέλαβε ότι η ευρωζώνη χρειάζεται επειγόντως να ενισχύσει την οικονομία της, διατηρώντας ταυτόχρονα υγιή δημόσια οικονομικά.
Όπως ανέφερε, κάθε δημοσιονομική απάντηση στην ενεργειακή κρίση θα πρέπει να είναι προσωρινή, στοχευμένη και προσαρμοσμένη στις συνθήκες, ενώ υπογράμμισε εκ νέου την ανάγκη να μειωθεί περαιτέρω η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Ενέργεια και πόλεμος στο επίκεντρο των νέων πληθωριστικών κινδύνων
Για τον πληθωρισμό, η κ. Λαγκάρντ σημείωσε ότι αυξήθηκε στο 1,9% τον Φεβρουάριο από 1,7% τον Ιανουάριο.
Οι τιμές της ενέργειας παρέμειναν χαμηλότερες σε σχέση με έναν χρόνο πριν, αλλά η επίδρασή τους ήταν μικρότερη από ό,τι τον Ιανουάριο. Ταυτόχρονα, ο δομικός πληθωρισμός ανέβηκε στο 2,4% από 2,2%, ενώ οι υπηρεσίες ενισχύθηκαν στο 3,4% από 3,2%.
Όπως εξήγησε, οι δείκτες του υποκείμενου πληθωρισμού παραμένουν σε γενικές γραμμές συμβατοί με τον στόχο του 2%, αλλά η νέα άνοδος στις τιμές ενέργειας απαιτεί στενή παρακολούθηση.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ υπογράμμισε ακόμη ότι, αν οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αποδειχθούν επίμονες, τότε μπορεί να πυροδοτήσουν ευρύτερη αναζωπύρωση του πληθωρισμού μέσω έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεων.
Σημείωσε ότι οι βραχυπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες στις αγορές έχουν ήδη κινηθεί ανοδικά, ενώ οι περισσότερες μετρήσεις των μακροπρόθεσμων προσδοκιών παραμένουν γύρω στο 2%.
Η κ. Λαγκάρντ περιέγραψε τους κινδύνους για την ανάπτυξη ως καθοδικούς, ιδίως βραχυπρόθεσμα.
Όπως είπε, ένας παρατεταμένος πόλεμος θα μπορούσε να ωθήσει τις τιμές ενέργειας ακόμη υψηλότερα και για περισσότερο χρόνο, να επιβαρύνει περαιτέρω την εμπιστοσύνη και να κάνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά πιο επιφυλακτικά στις δαπάνες και τις επενδύσεις.
Αντίστοιχα, τόνισε ότι οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί, κυρίως στο άμεσο διάστημα, με την ενέργεια να αποτελεί την πιο εμφανή πηγή ανησυχίας.
Πιο σφιχτές οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες, σταθερό μήνυμα για τα επιτόκια
Στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι οι συνθήκες έχουν γίνει πιο αυστηρές μετά την έναρξη της νέας κρίσης.
Οι χρηματιστηριακές αγορές υποχώρησαν, ενώ τα επιτόκια της αγοράς στην ευρωζώνη, κυρίως τα βραχυπρόθεσμα, αυξήθηκαν αισθητά.
Ταυτόχρονα, ο τραπεζικός δανεισμός προς τις επιχειρήσεις επιβραδύνθηκε ελαφρώς, αν και εν μέρει αυτή η εξέλιξη αντισταθμίστηκε από μεγαλύτερη έκδοση εταιρικών ομολόγων.
Η στεγαστική πίστωση συνέχισε να αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό.
Κλείνοντας, η Κριστίν Λαγκάρντ επανέλαβε ότι η ΕΚΤ διατηρεί αμετάβλητα τα επιτόκια και παραμένει αποφασισμένη να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στο 2% μεσοπρόθεσμα.
Τόνισε ότι η Τράπεζα είναι έτοιμη να προσαρμόσει όλα τα εργαλεία της, εφόσον χρειαστεί, ώστε να διασφαλίσει τόσο τη σταθερότητα των τιμών όσο και την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.