Καθώς συμπληρώνονται τρεις εβδομάδες πολέμου στο Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δεν φαίνεται να διαθέτουν την πρωτοβουλία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, παρά τις κατά καιρούς θριαμβευτικές δηλώσεις τους, σύμφωνα με αναλυτές.
Οι δύο σύμμαχοι επιμένουν ότι η Ισλαμική Δημοκρατία έχει καταρρεύσει και ότι το τέλος του πολέμου, που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου, είναι κοντά. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε διαβεβαιώσει ήδη από τα μέσα Μαρτίου πως ο πόλεμος «θα τελειώσει σύντομα».
Ωστόσο, ο εκπρόσωπος των Φρουρών της Επανάστασης απάντησε ότι «εμείς είμαστε εκείνοι που θα αποφασίσουν για το τέλος του πολέμου», υπογραμμίζοντας πως η έκβαση εξαρτάται από τις δικές τους ένοπλες δυνάμεις. «Οι αμερικανικές δυνάμεις δεν θα θέσουν τέλος στον πόλεμο», πρόσθεσε.
Χθες Πέμπτη, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου διαβεβαίωσε πως ο πόλεμος θα «τελειώσει πολύ πιο γρήγορα από ό,τι φαντάζεται ο κόσμος», χωρίς όμως να αναφέρει χρονοδιάγραμμα. Υποστήριξε ότι το Ιράν «δεν έχει πλέον την ικανότητα να κατασκευάζει βαλλιστικούς πυραύλους», με τους Φρουρούς να απαντούν: «Ακόμα και σε καιρό πολέμου, συνεχίζουμε την παραγωγή».
Ο Πιερ Ραζού, διευθυντής ερευνών στο Μεσογειακό Ίδρυμα Στρατηγικών Μελετών (FMES), σημειώνει ότι «το ιρανικό καθεστώς είναι αυτό που αποφασίζει τη διάρκεια αυτής της παρτίδας πόκερ — υπό την προϋπόθεση ότι θα επιβιώσει». Σύμφωνα με τον ίδιο, «υπάρχουν λίγες πιθανότητες να λάβει εγγυήσεις μη επίθεσης από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ», ενώ εκτιμά ότι το συμφέρον του Ιράν είναι να συνεχίσει έναν πόλεμο φθοράς χαμηλής έντασης.
Η στρατηγική του Ιράν και η απειλή στα Στενά του Χορμούζ
Η ισραηλινο-αμερικανική δύναμη πυρός κυριάρχησε από την πρώτη ημέρα, στερώντας από το Ιράν τον έλεγχο του εναέριου χώρου του. Οι ΗΠΑ έπληξαν τις πυρηνικές και βαλλιστικές εγκαταστάσεις, ενώ το Ισραήλ στόχευσε τα κέντρα εξουσίας και υψηλόβαθμα στελέχη. Παρ’ όλα αυτά, η Τεχεράνη συνέχισε να απαντά με φθηνά αλλά αποτελεσματικά μέσα, όπως πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Οι Φρουροί απέκλεισαν τα στρατηγικής σημασίας Στενά του Χορμούζ, μέσω των οποίων διέρχεται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παράλληλα, επιτέθηκαν σε αποθήκες, διυλιστήρια και εγκαταστάσεις υδρογονανθράκων στον Κόλπο, προκαλώντας αναταράξεις στην αγορά ενέργειας.
Ο Τζακ Γουάτλινγκ, ειδικός στο Βασιλικό Ινστιτούτο Ενωμένων Υπηρεσιών (RUSI), θεωρεί ότι «οι Ιρανοί μπορούν πιθανότατα να διατηρήσουν μια διαρκή απειλή για τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα (...) για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα». Η επαναλειτουργία των Στενών, κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία, αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη σε στρατιωτικό επίπεδο.
Αβεβαιότητα και διαφορετικές στρατηγικές
Ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχθηκε τη διστακτικότητα των συμμάχων του να συμβάλουν στην ασφάλεια των Στενών του Χορμούζ, εκφράζοντας αιφνιδιασμό για τον αποκλεισμό τους από την Τεχεράνη. Ο Κόλιν Κλαρκ του Soufan Center χαρακτήρισε τη στάση αυτή «μια πραγματικά ανεξήγητη αμέλεια», επισημαίνοντας ότι η πιθανότητα οικονομικού πολέμου από το Ιράν ήταν γνωστή εδώ και δεκαετίες.
Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ καλούνται να διαχειριστούν έναν Ισραηλινό σύμμαχο με δική του ατζέντα. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου παραδέχθηκε ότι το Ισραήλ «έδρασε μόνο του» στο πλήγμα στο κοίτασμα South Pars/North Dome, ενώ ο πρόεδρος Τραμπ ζήτησε την αναστολή κάθε νέας επίθεσης.
Η Μόνα Γιακουμπιάν, διευθύντρια του τομέα Μέσης Ανατολής στο CSIS, προειδοποιεί ότι οι ιρανικές δυνατότητες στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη μπορεί να αποδειχθούν «δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εξουδετερωθούν πλήρως». Κατά την ίδια, η Τεχεράνη φαίνεται να έχει επιλέξει μια «κλιμάκωση χωρίς αυτοσυγκράτηση», με σενάρια περαιτέρω έντασης να παραμένουν ανοιχτά και χωρίς ορατή προοπτική αποκλιμάκωσης.