Η σύλληψη μιας γυναίκας από άνδρες της ICE – της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής των Ηνωμένων Πολιτειών – στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Σαν Φρανσίσκο την Κυριακή, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Καλιφόρνια, αφού το σχετικό βίντεο έγινε viral στα κοινωνικά δίκτυα.
Το βίντεο, που δημοσιοποιήθηκε τη Δευτέρα από τοπικό δίκτυο συνεργαζόμενο με το NBC, δείχνει τη γυναίκα να κλαίει και να φωνάζει, ενώ οι άνδρες της ICE επιχειρούν να την ακινητοποιήσουν και να της περάσουν χειροπέδες. Στο πλάνο φαίνεται και η ανήλικη κόρη της να κλαίει.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της πολιτείας, Σκοτ Γουάινερ, δήλωσε ότι το περιστατικό αποδεικνύει πως τέτοιες ενέργειες από ομοσπονδιακούς αξιωματικούς προκαλούν «τρόμο και χάος». Ο δήμαρχος του Σαν Φρανσίσκο, Ντάνιελ Λιούρι, επίσης Δημοκρατικός, χαρακτήρισε το γεγονός «ανησυχητικό».
Το αμερικανικό υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, στο οποίο υπάγεται η ICE, ανέφερε στο Χ ότι το βίντεο καταγράφει τη σύλληψη ατόμων που βρίσκονταν στις ΗΠΑ παράνομα.
Σύμφωνα με την ίδια ανάρτηση, «Αξιωματικοί της ICE συνέλαβαν την Αντζελίνα Λόπεζ-Χιμένεζ και την Γουέντι Γκοντίνεζ-Λόπεζ στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Σαν Φρανσίσκο», προσθέτοντας ότι η οικογένεια είχε λάβει από το 2019 εντολή απομάκρυνσης για επιστροφή στη Γουατεμάλα.
Η Δημοκρατική βουλευτής Ντόρις Ματσούι τόνισε ότι η γυναίκα που συνελήφθη ζει στο Σακραμέντο, περιγράφοντάς την ως «μια γειτόνισσά μας και μέλος της κοινότητάς μας».
Αντιδράσεις για την πολιτική της ICE
Η εντατικοποίηση της αντιμεταναστευτικής καταστολής από άνδρες της ICE, κατόπιν εντολής του προέδρου Τραμπ, έχει προκαλέσει ευρεία καταδίκη από οργανώσεις υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η επιχείρηση παραβιάζει τη νόμιμη διαδικασία και τα δικαιώματα ελεύθερου λόγου, δημιουργώντας ένα ανασφαλές περιβάλλον για τις εθνοτικές μειονότητες.
Ο πρόεδρος Τραμπ, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι οι ενέργειες αυτές αποσκοπούν στη βελτίωση της εσωτερικής ασφάλειας και στη μείωση της παράνομης μετανάστευσης.
Αντίδραση των τοπικών αρχών
Οι αρχές του αεροδρομίου δήλωσαν ότι δεν είχαν καμία συμμετοχή ή προηγούμενη ενημέρωση για το περιστατικό, χαρακτηρίζοντάς το «μεμονωμένο». Οι λειτουργίες του αεροδρομίου συνεχίστηκαν κανονικά, χωρίς επιπτώσεις στις πτήσεις ή στις διαδικασίες επιβίβασης των επιβατών.
Η αστυνομία του Σαν Φρανσίσκο εξέδωσε επίσης ανακοίνωση, διευκρινίζοντας ότι δεν συμμετείχε στη σύλληψη.