Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να συνεργάζεται με εταιρείες που εφαρμόζουν εσωτερικές πολιτικές για την καταπολέμηση του ρατσισμού ή του σεξισμού. Το διάταγμα δημοσιοποιήθηκε από τις υπηρεσίες του Λευκού Οίκου.
Το μέτρο, που θα τεθεί σε ισχύ σε 30 ημέρες, εντάσσεται στις συχνές επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ εναντίον των προγραμμάτων διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης (DEI), τα οποία εφαρμόζονται την τελευταία δεκαετία για την αντιμετώπιση των διακρίσεων.
Ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος και οι υποστηρικτές του θεωρούν ότι τα προγράμματα αυτά εμποδίζουν τους πιο ικανούς να καταλαμβάνουν θέσεις εργασίας, χαρακτηρίζοντάς τα ως «αντεστραμμένο ρατσισμό».
«Η κυβέρνησή μου έχει σημειώσει σημαντικές προόδους για να τερματιστούν οι φυλετικές διακρίσεις στην αμερικανική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων για τη λεγόμενη ‘διαφορετικότητα, ισότητα και συμπερίληψη’ (DEI)», αναφέρει ο Ντόναλντ Τραμπ στο διάταγμα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πολιτικές DEI αυξάνουν τα «κόστη» για τους εργοδότες, ιδιαίτερα για όσους αναλαμβάνουν κρατικές συμβάσεις, επιβαρύνοντας τελικά την ομοσπονδιακή δημόσια διοίκηση.
Πλέον, για να εξασφαλίζουν συμβάσεις με το δημόσιο, οι εταιρείες θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν στα συμβόλαιά τους ρήτρα επτά παραγράφων, η οποία θα επιβεβαιώνει ότι «δεν επιδίδονται σε καμιά ρατσιστική δραστηριότητα DEI».
Εκστρατεία κατά των προγραμμάτων DEI
Από την επιστροφή του στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεκινήσει εκστρατεία για την κατάργηση των προγραμμάτων DEI στη δημόσια διοίκηση, στα πανεπιστήμια, στα σχολεία και στον αθλητισμό.
Έχει θέσει σε τεχνική ανεργία δημόσιους λειτουργούς που εργάζονταν σε διευθύνσεις προώθησης της διαφορετικότητας, διατάσσοντας το άμεσο κλείσιμο των σχετικών τμημάτων.
Τον Αύγουστο του 2025, η κυβέρνησή του ανακοίνωσε ότι θα «επανεξετάσει» ορισμένες εκθέσεις του μουσείου Smithsonian στην Ουάσιγκτον, με στόχο την αφαίρεση στοιχείων που θεωρούνται «διχαστικού ή κομματικού λόγου». Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη σταυροφορία της κυβέρνησης εναντίον έργων και εκφράσεων που χαρακτηρίζει «woke», δηλαδή υπερβολικά προοδευτικών.