Ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εντός της εβδομάδας στο Πακιστάν, την ώρα που αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων του Ισραήλ και του Λιβάνου συμφώνησαν στην Ουάσιγκτον να ξεκινήσουν απευθείας συνομιλίες για το άλλο βασικό μέτωπο του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
«Πρέπει να μείνεις εκεί πέρα, αλήθεια, διότι κάτι θα μπορούσε να γίνει κάτι κατά τη διάρκεια των δυο επόμενων ημερών», δήλωσε ο αμερικανός πρόεδρος τηλεφωνικά σε δημοσιογράφο της New York Post που βρίσκεται στο Ισλαμαμπάντ.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε το τηλεφώνημα της δημοσιογράφου λίγα λεπτά αφότου είχε εκφράσει αμφιβολίες για την πιθανότητα να ξαναρχίσουν οι συνομιλίες στην πακιστανική πρωτεύουσα.
Ο πρόεδρος ανέφερε ότι θεωρεί «πιο πιθανό» οι αμερικανοί διαπραγματευτές να επιστρέψουν, επαινώντας τον «στρατάρχη» Ασίμ Μουνίρ, επικεφαλής του στρατού του Πακιστάν, για τη «σούπερ δουλειά» του.
Ο πρώτος γύρος των διαπραγματεύσεων, στον οποίο την Ουάσιγκτον εκπροσώπησε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, πραγματοποιήθηκε μετά την κατάπαυση του πυρός διάρκειας δύο εβδομάδων που τέθηκε σε ισχύ στις 8 Απριλίου, χωρίς ωστόσο να υπάρξει αποτέλεσμα.
Δύο υψηλόβαθμες πηγές του Γαλλικού Πρακτορείου στο Ισλαμαμπάντ σημείωσαν ότι η πακιστανική κυβέρνηση επιδιώκει τη συνέχιση των συνομιλιών. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες κάλεσε να ξαναρχίσουν «σοβαρές διαπραγματεύσεις», υπογραμμίζοντας ότι «δεν υπάρχει στρατιωτική λύση σε αυτή την κρίση».
Διαπραγματεύσεις Ισραήλ - Λιβάνου
Στο άλλο μέτωπο του πολέμου, όπου συγκρούονται ο στρατός του Ισραήλ και το σιιτικό κίνημα Χεζμπολά του Λιβάνου, οι κυβερνήσεις των δύο χωρών συμφώνησαν να αρχίσουν απευθείας διαπραγματεύσεις για τη διασφάλιση διαρκούς ειρήνης. Οι συνομιλίες, διάρκειας δυόμισι ωρών, χαρακτηρίστηκαν «παραγωγικές» και αποτέλεσαν τις πρώτες του είδους από το 1993.
Η αμερικανική διπλωματία διευκρίνισε ότι ο τόπος και ο χρόνος των νέων επαφών «μένει να οριστεί από κοινού». «Έγινε φανερό σήμερα ότι βρισκόμαστε στην ίδια πλευρά», δήλωσε ο ισραηλινός πρεσβευτής Γιεχιέλ Λέιτερ, προσθέτοντας πως στόχος είναι να «απελευθερωθεί ο Λίβανος» από τη Χεζμπολά.
Ο Λέιτερ τόνισε ότι δεν επιθυμεί εμπλοκή της Γαλλίας στις συνομιλίες, σημειώνοντας πως «θα θέλαμε να κρατήσουμε τους Γάλλους όσο πιο μακριά γίνεται από πρακτικά τα πάντα». Από την πλευρά της, η λιβανέζα πρέσβης Νάντα Χαμάντε Μοαουάντ χαρακτήρισε τη «συνάντηση προετοιμασίας» εποικοδομητική και ζήτησε «κατάπαυση του πυρός» ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χεζμπολά.
Το Ισραήλ υποστήριξε πως ο Λίβανος «δεν καλυπτόταν» από τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ΗΠΑ-Ιράν και συνέχισε τις αεροπορικές επιχειρήσεις, επιδιώκοντας να επεκτείνει τις περιοχές υπό τον έλεγχό του. Η Χεζμπολά, που δεν συμμετείχε στις συνομιλίες, χαρακτήρισε τη διαδικασία «παράδοση» της λιβανικής κυβέρνησης και ανέλαβε την ευθύνη για εκτοξεύσεις ρουκετών εναντίον παραμεθόριων περιοχών στο Ισραήλ.
Πετρέλαιο και οικονομικές επιπτώσεις
Ο Λίβανος εισήλθε στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή στις 2 Μαρτίου, όταν η Χεζμπολά εκτόξευσε ρουκέτες εναντίον του Ισραήλ, υποστηρίζοντας το Ιράν μετά την έναρξη της επίθεσης ευρείας κλίμακας των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Οι ισραηλινές δυνάμεις απάντησαν με σφοδρούς βομβαρδισμούς και χερσαίες επιχειρήσεις στον νότιο Λίβανο.
Σύμφωνα με τις αρχές της Βηρυτού, περισσότεροι από 2.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, ενώ περίπου ένα εκατομμύριο έχουν εκτοπιστεί, δηλαδή το ένα πέμπτο του πληθυσμού, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Στην ισραηλινή πλευρά, ο στρατός αναφέρει δεκατρείς απώλειες και δέκα τραυματισμούς σε μάχες στην πόλη Μπιντ Τζμπάιλ.
Στον Κόλπο, ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε ότι εμπόδισε έξι πλοία να αποπλεύσουν από ιρανικά λιμάνια τις πρώτες 24 ώρες του αποκλεισμού, που επιβλήθηκε ως αντίποινα για το κλείσιμο του στενού του Χορμούζ. Η ένταση αυτή αρχικά προκάλεσε άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες ωστόσο υποχώρησαν κάτω από τα 100 δολάρια, με το WTI στα 91,28 δολάρια και το Μπρεντ στα 94,79 δολάρια, καθώς οι αγορές αναμένουν επανέναρξη των διαπραγματεύσεων Ουάσιγκτον-Τεχεράνης.