Στο Μπαμακό, η βία και ο φόβος έχουν ξεπεράσει κάθε όριο, με τραγικό παράδειγμα τον Αμπντουλαγιέ Ντιαρά, ο οποίος λιντσαρίστηκε και κάηκε ζωντανός στη γειτονιά του, στη Μεντίνα Κούρα. Ο Ντιαρά κατηγορήθηκε άδικα ότι ήταν «τρομοκράτης», επειδή φορούσε παλιά ρούχα και είχε μακριά μαλλιά, σε μια πόλη που ζει υπό τη σκιά των επιθέσεων τζιχαντιστών και αυτονομιστών Τουαρέγκ.
Δεν ήταν το μόνο θύμα αυτής της παράνοιας. Στο Μαλί, άνθρωποι με ατημέλητη εμφάνιση, ψυχικά ασθενείς ή πολίτες με ανοιχτόχρωμο δέρμα στοχοποιούνται ως ύποπτοι. Πολλοί θεωρούνται Τουαρέγκ ή Φουλάνι, ομάδες που συχνά συνδέονται με τζιχαντιστικά δίκτυα.
«Ανυπεράσπιστος… τον χτυπούσαν και τον έβριζαν», έγραψε στο Facebook ο δημοσιογράφος Μούσα Ντιαρά, περιγράφοντας το μαρτύριο του θύματος. «Η φωτιά άναψε. Ο Αμπντουλαγιέ Ντιαρά κάηκε ζωντανός… Το σώμα του απανθρακώθηκε, υπό την παγερή αδιαφορία ενός πλήθους, πεπεισμένου για το δίκιο του».
Το βίντεο του λιντσαρίσματος κυκλοφόρησε ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προκαλώντας κύμα αγανάκτησης και εκκλήσεις να σταματήσουν οι «πυρές» που ακολουθούν κάθε επίθεση σε στρατιώτες ή κρατικές εγκαταστάσεις.
Στις πόλεις του Μαλί, πολίτες συμμετέχουν στις αντιτζιχαντιστικές επιχειρήσεις του στρατού, συχνά όμως η οργή τους στρέφεται εναντίον αθώων. Άνθρωποι «δικάζονται» από το πλήθος, απλώς λόγω της εμφάνισής τους.
«Ακόμη και το ζώο σου, όταν πεθάνει, το θάβεις με αξιοπρέπεια. Ακόμη περισσότερο, αν πρόκειται για άνθρωπο», δήλωσε ένας από τους αδελφούς του Ντιαρά, ανακοινώνοντας ότι η οικογένεια θα καταθέσει μήνυση.
Ένας ακαδημαϊκός ειδικός σε θέματα ασφαλείας, που μίλησε ανώνυμα, σημείωσε: «Το ίδιο το καθεστώς είπε ότι οι συντονισμένες επιθέσεις της 25ης Απριλίου κατέστησαν δυνατές επειδή οι δράστες είχαν συνεργούς. Επομένως, κατ’ ανάγκη, θα υπάρχουν και άλλοι ένοχοι».
Κλίμα φόβου μετά τις επιθέσεις
Οι συντονισμένες επιθέσεις των τζιχαντιστών της Ομάδας Υποστήριξης στο Ισλάμ και τους Μουσουλμάνους (JNIM) και του Μετώπου Απελευθέρωσης του Αζαουάντ (FLA) προκάλεσαν σοβαρό πλήγμα στη στρατιωτική χούντα που κυβερνά το Μαλί από το πραξικόπημα του 2020. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και ο υπουργός Άμυνας.
Τις ημέρες που ακολούθησαν, δεκάδες αντιφρονούντες συνελήφθησαν από μασκοφόρους με την υποψία συμμετοχής στις επιθέσεις. Ο λοχαγός Ντριμπιλά Μαϊγκά, υποδιευθυντής της υπηρεσίας δημοσίων σχέσεων του στρατού, παραδέχθηκε ότι «η οδύνη που προκάλεσαν αυτές οι επιθέσεις οδήγησε ορισμένους πολίτες να τα βάλουν με αθώους ανθρώπους, που κατηγορήθηκαν άδικα για τρομοκρατία, λόγω της εμφάνισής τους».
Ο Σόρι Σίλα, ένας νεαρός ασθενής, γλίτωσε τον θάνατο στις 25 Απριλίου. Το πλήθος τον ξυλοκόπησε βάναυσα, θεωρώντας τον ύποπτο. «Όλο του το σώμα ήταν πρησμένο. Τον χτύπησαν σε τέτοιο βαθμό που το αριστερό μάτι του αιμορραγούσε», δήλωσε η μητέρα του.
Ο Νάσερ, πλανόδιος πωλητής τηλεφωνικών καρτών, αναγκάστηκε να πετάξει το τουρμπάνι του για να προστατευθεί. «Το τουρμπάνι μου είναι η ταυτότητά μου. Αλλά εκείνη την ημέρα ένιωσα ότι με έβαζε σε κίνδυνο», είπε. Παρά τον φόβο, επέστρεψε στη δουλειά, καθώς «πρέπει να φάνε τα παιδιά μου».
Ο μαθητής Γιεχία παρέμεινε κρυμμένος στο σπίτι για μέρες, καθώς η μητέρα του φοβόταν για τη ζωή του. «Είχα μακριά μαλλιά, μου τα έκοψε μόνη της στο σπίτι», αφηγήθηκε ο νεαρός.
Άλλη οικογένεια ανέφερε πως ο αδελφός τους, «ένας άνθρωπος λίγο αφελής, αλλά όχι τρελός», λιντσαρίστηκε γιατί θεωρήθηκε «συνένοχος των τζιχαντιστών».
Η JNIM εκμεταλλεύτηκε τα βίαια αυτά επεισόδια, ανακοινώνοντας ότι απέκλεισε τους οδικούς άξονες γύρω από το Μπαμακό, ως αντίποινα για τις «βαρβαρότητες» που διέπραξαν οι κάτοικοι.