Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών, ως αποτέλεσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων και του πολέμου στη Μέση Ανατολή, δημιουργούν ένα σύνθετο και πιεστικό περιβάλλον για τον όμιλο Σαράντη τόσο στη διεθνή όσο και στην ελληνική αγορά.
Όπως ανέφερε μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο κ. Δημήτρης Μαγγιώρος, γενικός διευθυντής Ελλάδας, στο περιθώριο εκδήλωσης της Sanitas, οι επιπτώσεις αυτές αγγίζουν άμεσα την παραγωγή και την εφοδιαστική αλυσίδα, παρά το γεγονός ότι η εταιρεία κινείται εντός των επιχειρησιακών της στόχων.
Όπως τόνισε ο κ. Δημ. Μαγγιώρος, οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται στην προμήθεια πρώτων υλών, ιδιαίτερα σε παράγωγα πετρελαίου και σε συγκεκριμένους τύπους αλουμινίου που εισάγονται από τη Μέση Ανατολή.
Μάλιστα όπως εξήγησε ανάλογα με την πρώτη ύλη, οι αυξήσεις στο κόστος διαμορφώνονται από 6% έως και άνω του 10% αυτή την περίοδο, ενώ το αυξημένο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει περαιτέρω την παραγωγή, δημιουργώντας ένα περιβάλλον συνεχών αναπροσαρμογών.
«Ανάλογα με την πρώτη ύλη η αύξηση του κόστους κυμαίνεται είναι από 6 έως και πάνω από 10%», επισήμανε ο κ. Δημ. Μαγγιώρος.
Παρά τις συνθήκες αυτές, η Σαράντης απορροφά μέχρι στιγμής το αυξημένο κόστος, αποφεύγοντας ανατιμήσεις, ειδικά σε προϊόντα καθημερινής χρήσης, ενώ για κατηγορίες με μεγαλύτερη επιβάρυνση κόστους, όπως τα καλλυντικά, εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις.
«Αναπόφευκτα θα έχουμε αυξήσειςστις τιμές κάτι που εξαρτάται για πόσο θα συνεχιστεί αυτή η κατάσταση και πώς θα εξελιχθεί. Ήδη αντιμετωπίζουμε αύξηση σε κόστος πρώτων υλών το οποίο αυτή την στιγμή το απορροφούμε. Εξαρτάται πόσο θα συνεχιστεί αυτή η κρίση», σημείωσε ο Γενικός Διευθυντής Ελλάδας της Σαράντης.
Ωστόσο, η στρατηγική του ομίλου θα εξαρτηθεί άμεσα από τη διάρκεια της κρίσης, καθώς τα περιορισμένα αποθέματα - που καλύπτουν μόλις λίγες εβδομάδες παραγωγής - δεν επιτρέπουν μακροπρόθεσμη απορρόφηση των πιέσεων.
Στα συγκεκριμένα προϊόντα, η πίεση δεν αφορά μόνο το κομμάτι της συσκευασίας αλλά και της σύνθεσης, καθώς πολλές πρώτες ύλες συνδέονται άμεσα με το πετρέλαιο.
Παρά τις προκλήσεις, όπως εξήγησε ο κ. Δημ. Μαγγιώρος, η ζήτηση δεν εμφανίζει σημάδια κάμψης, τουλάχιστον σε επίπεδο όγκου πωλήσεων, γεγονός που προσφέρει έναν βαθμό σταθερότητας στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη των private label προϊόντων συνεχίζει με ρυθμούς αντίστοιχους των προηγούμενων ετών, χωρίς να καταγράφεται κάποια απότομη μεταβολή. Κάτι που φαίνεται να μην επηρεάζει τη Σαράντης αφού δεν έχει δει μείωση της κατανάλωσης στα επώνυμα προϊόντα της.
Στο μέτωπο της βιωσιμότητας, η Σαράντης ενισχύει την παρουσία της με προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον, όπως σακούλες απορριμμάτων από 100% ανακυκλώσιμα υλικά, τις οποίες προωθεί τόσο στην Ελλάδα όσο και στις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης.
Παράλληλα, μέσω επενδύσεων και εξαγορών στο εξωτερικό, επιδιώκει να διασφαλίσει την παραγωγή και να περιορίσει την εξάρτηση από ευάλωτες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Υπενθυμίζεται ότι ο όμιλος Γρ. Σαράντη ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο του 2024 την εξαγορά της πολωνικής εταιρείας ειδών οικιακής χρήσης Stella Pack μέσω της θυγατρικής του, Sarantis Polska S.A.. Η κίνηση αυτή ενίσχυσε την ηγετική θέση του ομίλου στην αγορά των ειδών νοικοκυριού στην Ανατολική Ευρώπη και αποτελεί μέρος της στρατηγικής διεθνούς επέκτασής του.
Οικονομικά αποτελέσματα α’ τριμήνου
Σε αυτό το απαιτητικό περιβάλλον, ο Όμιλος Σαράντη κατέγραψε θετικές επιδόσεις το α’ τρίμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού του μοντέλου. Οι πωλήσεις ανήλθαν σε 147,1 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 3,7% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, υποστηριζόμενες από βελτιωμένο προϊοντικό μείγμα και εποχικούς παράγοντες, όπως η αυξημένη ζήτηση για αντηλιακά προϊόντα.
Η κερδοφορία ενισχύθηκε σημαντικά, με τα EBITDA να διαμορφώνονται στα 23,3 εκατ. ευρώ (+19,9%), ενώ το περιθώριο EBITDA αυξήθηκε στο 15,8%.
Αντίστοιχα, τα λειτουργικά κέρδη (EBIT) ανήλθαν σε 17,5 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 18,2%, με βελτίωση και του περιθωρίου στο 11,9%.
Η βελτίωση αυτή αποδίδεται στη συνεχή εστίαση στην ενίσχυση των περιθωρίων κέρδους, στη βελτιστοποίηση του κόστους και στις επενδύσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, οι οποίες αρχίζουν ήδη να αποδίδουν.
Παράλληλα, η χρηματοοικονομική θέση παραμένει ισχυρή, με χαμηλό καθαρό δανεισμό, ενώ η εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στην ανάπτυξη της παραγωγικής της βάσης και στην ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας της.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας εταιρείας που καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στις έντονες εξωτερικές πιέσεις και τη διατήρηση της αναπτυξιακής της πορείας, παραμένοντας ευέλικτη σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς.