Στη σύλληψη τεσσάρων μελών διεθνούς εγκληματικής οργάνωσης που εμπλέκονταν στην εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική στην Ελλάδα προχώρησαν στελέχη της Διεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών & Λαθρεμπορίου του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2026, σε περιοχές της Αττικής και της Αλεξανδρούπολης. Συμμετείχαν οι Περιφερειακές Ομάδες Δίωξης Ναρκωτικών των Κεντρικών Λιμεναρχείων Πειραιά και Αλεξανδρούπολης, με την υποστήριξη της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων του Λιμενικού Σώματος.
Σύμφωνα με τις αρχές, η υπόθεση διερευνήθηκε σε συνεργασία με τον εποπτεύοντα Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ύστερα από παραγγελία της Εισαγγελέως Ποινικής Δίωξης Πειραιά. Οι έρευνες διήρκεσαν αρκετούς μήνες και οδήγησαν στη σύλληψη τεσσάρων ημεδαπών ανδρών, ηλικίας 57, 59, 52 και 56 ετών, βάσει ενταλμάτων της Ανακρίτριας του Γ’ Τμήματος Πρωτοδικείου Πειραιά.
Οι κατηγορίες αφορούν παραβάσεις του ν. 4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών και του άρθρου 187 Κ. για εγκληματική οργάνωση.
Η διερεύνηση ξεκίνησε το 2023, μετά από πληροφορίες που παρείχε η Υπηρεσία Homeland Security Investigations (H.S.I.) της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα. Οι πληροφορίες αφορούσαν τον εντοπισμό και την κατάσχεση 5.040 κιλών κοκαΐνης στον λιμένα Γκουαγιακίλ του Εκουαδόρ στις 9 Αυγούστου 2023.
Η κοκαΐνη βρέθηκε αναμεμιγμένη σε μορφή σκόνης με νόμιμο φορτίο ιχθυάλευρων, με στόχο να δυσκολευτεί ο εντοπισμός της κατά τη διάρκεια ελέγχων.
Για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, υποβλήθηκε αίτημα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, ώστε να συγκεντρωθεί το απαραίτητο υλικό της δικογραφίας και να ταυτοποιηθούν τα μέλη της οργάνωσης που διαχειρίζονταν το παράνομο φορτίο.
Η ανάκτηση της κοκαΐνης απαιτούσε σύνθετες χημικές διαδικασίες και εξειδικευμένες γνώσεις, στοιχείο που αποδεικνύει τον υψηλό βαθμό οργάνωσης και την τεχνική κατάρτιση του κυκλώματος. Το προσδοκώμενο οικονομικό όφελος της εγκληματικής οργάνωσης από την πώληση των ναρκωτικών εκτιμάται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.