Στη Δικαιοσύνη έχει περάσει η πολυσέλιδη δικογραφία που αφορά την υπόθεση Παναγόπουλου, μετά την ολοκλήρωση πολύμηνης έρευνας της Αρχής για τη Νομιμοποίηση Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται έξι φυσικά πρόσωπα και έξι εταιρείες, τα οποία ελέγχονται για ενδεχόμενη υπεξαίρεση και ξέπλυμα χρήματος, με αφετηρία χρηματοδοτήσεις εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Η έρευνα της Αρχής, υπό τον πρόεδρό της Χαράλαμπο Βουρλιώτη, ολοκληρώθηκε στις αρχές της εβδομάδας, με αποτέλεσμα να διαταχθεί η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών τόσο των εμπλεκόμενων προσώπων όσο και των συνδεδεμένων εταιρικών σχημάτων. Ταυτόχρονα, «πάγωσαν» και όλοι οι λογαριασμοί των εταιρειών που περιλαμβάνονται στο πόρισμα.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα που διαβιβάστηκαν στην εισαγγελική αρχή, από την ανάλυση των οικονομικών στοιχείων και της χρηματοοικονομικής δραστηριότητας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Το πόρισμα της Αρχής κάνει λόγο για ενδείξεις δύο κακουργηματικών αδικημάτων: υπεξαίρεση και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης έχει πλέον αναλάβει η Εισαγγελία Αθηνών, η οποία εξετάζει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προκειμένου να αποφασίσει για την άσκηση ποινικών διώξεων.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στη διαχείριση εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων που διατέθηκαν για την παροχή υπηρεσιών επαγγελματικής κατάρτισης την περίοδο 2020–2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι συνολικές χρηματοδοτήσεις που εξετάστηκαν υπερβαίνουν τα 73 εκατ. ευρώ, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στον τρόπο διάθεσης των κονδυλίων αυτών.
Το ποσό που εκτιμάται ως φερόμενο «εγκληματικό προϊόν» ανέρχεται στα 2,1 εκατ. ευρώ και αποτελεί το βασικό αντικείμενο της ποινικής διερεύνησης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, μεταξύ των έξι φυσικών προσώπων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία είναι ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος, οι Γ.Σ. και Κ.Σ., ο δημοσιογράφος Γιώργος Κακούσης, ο Α.Μ. και ο Ανδρέας Γεωργίου.
Παράλληλα, στο μικροσκόπιο έχουν τεθεί έξι εταιρείες με αντικείμενο δραστηριότητας την επικοινωνία, τις γραφικές τέχνες, τις εκτυπώσεις, τα οπτικοακουστικά μέσα, το λογισμικό, την κυβερνοασφάλεια και τη διαφήμιση.
Όπως αναφέρεται στο πόρισμα, κατά την επίμαχη πενταετία υλοποιήθηκαν επτά επιμορφωτικά προγράμματα συνολικού προϋπολογισμού 73 εκατ. ευρώ, τα οποία συνδέονται με οργανισμούς στους οποίους προεδρεύει ο Γιάννης Παναγόπουλος. Μέρος των έργων φέρεται να ανατέθηκε στις συγκεκριμένες εταιρείες είτε απευθείας είτε μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών.
Η Αρχή διαπιστώνει ότι ορισμένες από τις εταιρείες αυτές δεν εμφάνιζαν ουσιαστική επιχειρηματική δραστηριότητα, ούτε διέθεταν την απαιτούμενη υποδομή ή προσωπικό για την εκτέλεση των έργων. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, η πρακτική αυτή εκτιμάται ότι χρησιμοποιήθηκε για να προσδώσει επίφαση νομιμότητας σε συναλλαγές ύψους τουλάχιστον 577.000 ευρώ.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις εκτεταμένες αναλήψεις μετρητών, οι οποίες –σύμφωνα με το πόρισμα– ξεπερνούν το 1,5 εκατ. ευρώ και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του ποσού των 2,1 εκατ. ευρώ που ελέγχεται. Οι κινήσεις αυτές, σε συνδυασμό με μεταφορές χρημάτων σε ατομικούς λογαριασμούς χωρίς εμφανή νόμιμη αιτιολογία, δημιουργούν σοβαρές υπόνοιες απόκρυψης της προέλευσης και τελικής ιδιοποίησης των κονδυλίων.
Οι εμπλεκόμενοι δηλώνουν αθώοι και υποστηρίζουν ότι όλες οι συναλλαγές τους είναι νόμιμες και διαφανείς. Ο Γιάννης Παναγόπουλος, σε ανακοίνωσή του, απορρίπτει τις κατηγορίες, κάνει λόγο για συκοφαντική στοχοποίηση και δηλώνει ότι θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη για την αποκατάσταση της αλήθειας, υπογραμμίζοντας ότι δεν σκοπεύει να παραιτηθεί από τη θέση του στη ΓΣΕΕ.
Αντίστοιχα, ο δημοσιογράφος Γιώργος Κακούσης δηλώνει ότι δεν είχε γνώση της εμπλοκής του στην υπόθεση, υποστηρίζει ότι η συνεργασία του αφορούσε αποκλειστικά υπηρεσίες επικοινωνίας και ανακοίνωσε την προσωρινή αναστολή της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας, ενώ η σύμβασή του με την ΕΡΤ έχει ανασταλεί.
Ο Ανδρέας Γεωργίου, από την πλευρά του, αρνείται κάθε εμπλοκή με επιμορφωτικά προγράμματα και υποστηρίζει ότι οι υπηρεσίες που παρείχε αφορούσαν αποκλειστικά θέματα κυβερνοασφάλειας, στο πλαίσιο νόμιμων και ελεγμένων συμβάσεων.
Τέλος, η πρώην γενική γραμματέας του υπουργείου Εργασίας Άννα Στρατινάκη υπέβαλε την παραίτησή της από τη θέση της υποδιοικήτριας της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς, επικαλούμενη οικογενειακούς και λόγους υγείας, απορρίπτοντας ωστόσο κάθε σύνδεσή της με τη διαχείριση των επίμαχων κονδυλίων.