Μέλη της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρίας Aristotales στο Στρατώνι Χαλκιδικής συγκεντρώνουν την προφορική ιστορία του τόπου τους, μέσα από διηγήσεις των γηραιότερων κατοίκων, με στόχο να διασώσουν την πολιτιστική τους κληρονομιά. Μέσα από αυτή την πρωτοβουλία δημιουργείται η AristoArc, μια ψηφιακή «κιβωτός μνήμης» που θα φιλοξενεί ιστορίες ζωής, θρύλους, λαϊκές σοφιστείες, παλιές φωτογραφίες και ηχητικά ντοκουμέντα.
«Είναι ένα μακρόπνοο πλάνο γιατί θέλουμε να μαζέψουμε υλικό από κατοίκους και των 16 χωριών του δήμου Αριστοτέλη», αναφέρει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος της Aristotales, Άρης Παράσχου. Οι κάτοικοι καλούνται να μοιραστούν με τους εθελοντές μασάλια, μύθους, ιδιωματισμούς και προφορικές αφηγήσεις, ώστε να αποτυπωθούν και να διασωθούν για τις επόμενες γενιές.
Το έργο, που ξεκίνησε πριν από λίγους μήνες και βρίσκεται σε εξέλιξη, υλοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος Intergenerational Storytelling - From Myth to Today, με συγχρηματοδότηση του European Solidarity Corps Greece.
Μνήμες και παροιμίες από το παρελθόν
Μια χαρακτηριστική ιστορία από το παρελθόν μοιράστηκε με τους εθελοντές η Βαγγελιώ Αργυρά, 101 ετών, από το Γομάτι Χαλκιδικής. Όπως αφηγήθηκε, η τοπική παροιμία «Θα γεμίζεις να σε βλέπω ή θα πλυθώ να με βλέπεις;» γεννήθηκε από τη συνάντηση δύο νέων, του Γιώργου και της Μαριγώς, στη βρύση του χωριού.
«Ο Γιώργης, ο οποίος ήταν ερωτευμένος με τη Μαριγώ, πήγε στη βρύση να πλυθεί και η Μαριγώ πήγε να γεμίσει τη στάμνα με νερό και έτσι δημιουργήθηκε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να ανταλλάξουν ματιές και λόγια για λίγο περισσότερο χρόνο», διηγήθηκε η κυρία Αργυρά. Η παροιμία, όπως εξήγησε, χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια για κάθε περίπτωση όπου, περιμένοντας να κάνουμε κάτι, βρίσκουμε χρόνο να μιλήσουμε με κάποιο αγαπημένο πρόσωπο.
Παρατσούκλια και εργατικές ιστορίες
Εκτός από τις προφορικές αφηγήσεις, οι εθελοντές συλλέγουν και παλιές φωτογραφίες, αλλά και κάθε στοιχείο που συνδέεται με την τοπική παράδοση. Ο Άρης Παράσχου εντόπισε σημειώσεις του παππού του, Βασίλη Λιόλιου, εργάτη στα ορυχεία Στρατωνίου, στις οποίες είχε καταγράψει τα παρατσούκλια των συναδέλφων του.
«Όπως και τώρα, έτσι και πολύ περισσότερο στα παλιά τα χρόνια, οι κάτοικοι των χωριών έβγαζαν παρατσούκλια μεταξύ τους. Αυτά προέρχονταν είτε από κάποια συνήθειά τους, είτε από κάποιο γεγονός που τους στιγμάτισε, είτε από την εμφάνιση ή την εργασία τους. Ειδικά στους εργαζόμενους στα ορυχεία είχε ένα παραπάνω νόημα, μέσα στις σκοτεινές γαλαρίες που δεν μπορούσαν να δουν εύκολα ο ένας τον άλλον, έπρεπε να έχουν ένα χαρακτηριστικό όνομα για να καταλάβουν, όταν φωνάζουν ποιος είναι», εξηγεί ο κ. Παράσχου.
Ανάμεσα στα ονόματα που ξεχωρίζουν είναι ο Νίκος ο Ζούλας, ο Κώστας ο Βόγγας, ο Γιώργος ο Φαρίνας, ο Νίκος ο Γάτος, ο Μανώλης ο Μπουρδολόγος, ο Θεόφιλος ο Κεφάλας, ο Γιώργος ο Κούρκος, ο Νίκος το αλεπουδέλι, ο Μανώλης ο Πνιγμένος, ο Θανάσης ο Ντούκου-Ντούκου, ο Κώστας ο Κουτουρού και ο Γιώργος ο γερολαδάς.