Αυξημένη συχνότητα και ένταση παρουσιάζουν τους τελευταίους μήνες τα κατολισθητικά φαινόμενα σε αρκετές περιοχές της χώρας, με εντονότερα περιστατικά σε Ήπειρο, Ιόνιο, Ηλεία και Μεσσηνία. Σύμφωνα με ερευνητές της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ), η ένταση και η συχνότητα των κατολισθήσεων αναδεικνύουν μια νέα πραγματικότητα: «η κλιματική κρίση επιδρά καταλυτικά στο πολυσχιδές μορφολογικό ανάγλυφο, καθιστώντας την έγκαιρη επιστημονική παρέμβαση κρίσιμο παράγοντα για την πολιτική προστασία».
Κλιμάκια της ΕΑΓΜΕ έχουν ήδη μεταβεί και επιχειρούν σε Ήπειρο, Ζάκυνθο, Κέρκυρα, Ηλεία, Μεσσηνία, Μετέωρα και Νάξο, προγραμματίζοντας παρεμβάσεις. Όπως εξηγούν στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, «τα κατολισθητικά φαινόμενα που έχουν προκληθεί στην παρούσα φάση είναι αρκετά σοβαρά και χρήζουν λήψης μέτρων».
Η γεωλογική δομή της χώρας και η επίδραση της κλιματικής κρίσης
Σύμφωνα με τις καταγραφές των επιστημόνων της ΕΑΓΜΕ, η έξαρση των γεωδυναμικών φαινομένων είναι αποτέλεσμα σύνθετης αλληλεπίδρασης φυσικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Ο γενικός διευθυντής της ΕΑΓΜΕ, Διονύσιος Γκούτης, επισημαίνει ότι στη βάση του προβλήματος βρίσκεται η ιδιαίτερη γεωλογική δομή της χώρας, με κυριαρχία εδαφικών σχηματισμών χαμηλής συνεκτικότητας και υψηλής ευπάθειας στην αποσάθρωση.
Όπως σημειώνει ο κ. Γκούτης, «το έντονο μορφολογικό ανάγλυφο με τις απότομες κλίσεις των πρανών δημιουργεί συνθήκες φυσικής αστάθειας, οι οποίες πλέον ενεργοποιούνται βίαια από την κλιματική κρίση». Οι παρατεταμένες βροχοπτώσεις οδηγούν σε κορεσμό του εδάφους και αύξηση των πιέσεων του πόρου των υδάτων, προκαλώντας υπέρβαση των ορίων αντοχής των πετρωμάτων και εκδήλωση κατολισθήσεων μεγάλης κλίμακας.
Η αλυσιδωτή αντίδραση πυρκαγιών, πλημμυρών και κατολισθήσεων
Ο καθηγητής Τηλεανίχνευσης και Μορφοτεκτονικής του ΕΚΠΑ, Μανώλης Βασιλάκης, εξηγεί ότι υπάρχει μια αλυσιδωτή αντίδραση που ξεκινά από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού, συνεχίζεται με τις πλημμύρες και καταλήγει σε κατολισθήσεις. «Από τη στιγμή που ξεσπούν οι πυρκαγιές το καλοκαίρι, η Πολιτεία πρέπει να προβεί σε έργα πρόληψης κατολισθήσεων», σημειώνει.
Ο κ. Βασιλάκης αναφέρει ότι υπάρχουν πολλοί τύποι κατολισθήσεων και βραχωδών καταπτώσεων, ανάλογα με τα γεωλογικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Για παράδειγμα, στην Ήπειρο, ο φλύσχης παρουσιάζει χαμηλή αντοχή όταν αυξάνεται η περιεκτικότητα σε νερό, ενώ στο Ιόνιο η υψηλή σεισμικότητα επιτείνει τον κίνδυνο αποκολλήσεων βράχων.
Όπως τονίζει, η κατάσταση είναι πολυπαραμετρική και η «σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι η αύξηση του νερού». Η παρατεταμένη ξηρασία μειώνει την ικανότητα του εδάφους να απορροφήσει νερό, οδηγώντας σε υπερκορεσμό και αποκόλληση πετρωμάτων.
Η μετάβαση από τη διαχείριση κρίσης στην πρόληψη
Η ΕΑΓΜΕ, ως θεσμικός τεχνικός σύμβουλος της Πολιτείας, υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση των γεωκινδύνων απαιτεί μετάβαση από τη διαχείριση κρίσης στην πρόληψη. «Το επιστημονικό δυναμικό της ΕΑΓΜΕ εργάζεται για τη μετατροπή της γεωλογικής πληροφορίας σε ασπίδα πολιτικής προστασίας», τονίζει ο κ. Γκούτης.
Η Ομάδα Άμεσης Παρέμβασης (ΟΑΠ) της ΕΑΓΜΕ, στο πλαίσιο μνημονίου συνεργασίας με τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση κρίσεων. Με ταχύτατα αντανακλαστικά, τα μέλη της επεμβαίνουν στις πληγείσες περιοχές, αναλύοντας τη δυναμική των φαινομένων και παρέχοντας οδηγίες στις Αρχές.
Το έργο της ΟΑΠ περιλαμβάνει τεχνικογεωλογικές αναγνωρίσεις, αποτίμηση επιπτώσεων και παροχή οδηγιών για περιορισμό των ζημιών. Ο κ. Γκούτης σημειώνει ότι «η διαυγής επιστημονική γνώση αποτελεί το πλέον απαραίτητο εργαλείο για την ασφάλεια του πολίτη και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος».
Έμφαση στην πρόληψη με σύγχρονα εργαλεία παρατήρησης
Ο κ. Βασιλάκης υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης μέσω αξιοποίησης δορυφορικών τεχνικών και τεχνολογιών παρατήρησης. «Αν είμαστε προετοιμασμένοι και έχουμε κάνει τις κατάλληλες μελέτες και παρατηρήσεις, μπορούμε να κατασκευάσουμε έργα που θα προλάβουν τέτοια φαινόμενα», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα σημεία υψηλής επικινδυνότητας παρακολουθούνται με δορυφόρους, drones και laser scanners, ενώ τα δεδομένα αξιοποιούνται για την πρόταση έργων προστασίας, ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλής επισκεψιμότητας όπως το Ιόνιο.