Ποινές που συνολικά φτάνουν τα 126 έτη και 8 μήνες επέβαλε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε καθέναν από τους τέσσερις κατηγορούμενους για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών μέσω του λογισμικού Predator. Από τη συνολική ποινή, εκτιτέα είναι τα οκτώ έτη, με ανασταλτικό αποτέλεσμα έως την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους επιχειρηματίες Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιο, Γιάννη Λαβράνο και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου, οι οποίοι συνδέονται, σύμφωνα με τη δικογραφία, με εταιρείες που φέρονται να διακίνησαν το συγκεκριμένο λογισμικό. Η απόφαση αφορά παράνομη πρόσβαση και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και παραβίαση ιδιωτικών επικοινωνιών μέσω του επίμαχου συστήματος.
Όπως ανέφερε ο πρόεδρος του δικαστηρίου, από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν κατόπιν κοινής απόφασης και σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, επιδεικνύοντας ενιαίο δόλο. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, απέκτησαν παράνομα πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και σε ιδιωτικές συνομιλίες.
Οι τέσσερις καταδικάστηκαν για πλημμεληματικές πράξεις που περιλαμβάνουν επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικών επικοινωνιών και προφορικών συνομιλιών, καθώς και παράνομη πρόσβαση σε συστήματα πληροφοριών ή δεδομένα. Οι πράξεις αποδόθηκαν ως τελεσθείσες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε απόπειρα.
Το δικαστήριο έκανε δεκτή την εισαγγελική πρόταση και μετέβαλε τον νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων πράξεων από κατ’ εξακολούθηση σε κατά συρροή τέλεση. Σύμφωνα με την εισαγγελική τοποθέτηση, από τις 116 αποδιδόμενες πράξεις, πραγματική συρροή εγκλημάτων προέκυψε για 87 παθόντες, ενώ για τις υπόλοιπες διατηρήθηκε ο αρχικός χαρακτηρισμός.
Επιπλέον, τρεις περιπτώσεις που είχαν εισαχθεί ως απόπειρες επέμβασης σε σύστημα κρίθηκαν τετελεσμένες, καθώς αποδείχθηκε στο ακροατήριο ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ενεργοποίησαν τους σχετικούς μολυσμένους συνδέσμους.