Στη φυλακή οδηγείται μετά την απολογία του ο 38χρονος σύντροφος της γυναίκας που βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στον Κολωνό το περασμένο Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος για ανθρωποκτονία από πρόθεση και διακεκριμένη περίπτωση ενδοοικογενειακής βλάβης, καθώς και πλημμελήματα που αφορούν παράνομη κατοχή όπλων και απαγορευμένων αναβολικών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ανακρίτρια και εισαγγελέας υπέγραψαν το ένταλμα προσωρινής κράτησης του κατηγορούμενου για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής βίας. Ο ίδιος, ενώπιον της δικαστικής λειτουργού, φέρεται να δήλωσε «κατηγορηματικά αθώος».
Σε απολογητικό υπόμνημα που παρέδωσε, ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος στοιχεία από τη νεκροτομή, απέδωσε τον θάνατο της συντρόφου του σε παθολογική αιτία και σε πτώση, υποστηρίζοντας πως η θανούσα έπασχε από κίρρωση ήπατος τελικού σταδίου και ηπατική νόσο, με αναιμία που θα μπορούσε να προκαλέσει πτώσεις. Όπως φέρεται να ανέφερε, «λυπούμαι που το αναφέρω, αλλά ήταν προδιαγεγραμμένος ο θάνατός της. Ήταν τέτοια η κατάσταση της Νεκταρίας, που δυστυχώς το μοιραίο θα ερχόταν σύντομα».
Ο κατηγορούμενος εξέφρασε επίσης «τη βαθιά μου θλίψη για την απώλεια της Νεκταρίας την οποία αγαπούσα, φρόντιζα και πραγματικά έκανα μεγάλη προσπάθεια να σώσω από τη μεγάλη και μη ελεγχόμενη εξάρτησή της από το αλκοόλ».
Αναφορικά με τις κακώσεις στο σώμα της 31χρονης, ο κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε σχέση με πράξεις βίας, αποδίδοντάς τες στην επιβαρυμένη υγεία της που προκαλούσε ζαλάδες και πτώσεις. Περιγράφοντας την ημέρα του θανάτου, ισχυρίστηκε ότι αφού τη φρόντισε και της πήγε φάρμακα, έφυγε για τη δουλειά του, επιστρέφοντας αργότερα, όπου τη βρήκε νεκρή στο πάτωμα.
Όπως φέρεται να κατέθεσε, «όταν άνοιξα την πόρτα και εισήλθα στο σπίτι αντίκρισα τη Νεκταρία πεσμένη στο έδαφος μπρούμυτα με αίματα. Γύρισα το σώμα της και σοκαρίστηκα κυριολεκτικά όταν αντιλήφθηκα ότι ήταν νεκρή. Άρχισα να φωνάζω και να καλώ σε βοήθεια τη γιαγιά μου και τη θεία μου που βρίσκονταν στον πάνω όροφο, παρακαλώντας τους να καλέσουν το 166, το οποίο και κλήθηκε αμέσως από τη θεία μου».