Πυροσβέστες δίνουν κάθε καλοκαίρι μια άνιση μάχη όχι μόνο με τις φλόγες, αλλά και με τη θερμότητα και τη ρύπανση που προκαλούν οι μεγάλες πυρκαγιές. Πίσω από τις εικόνες της κατάσβεσης, κρύβεται ένας λιγότερο ορατός αλλά σοβαρός κίνδυνος: η επιβάρυνση της καρδιοαναπνευστικής υγείας και ιδιαίτερα της νεφρικής λειτουργίας, όπως επισημαίνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο καθηγητής στο ΤΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κ. Γιώργος Σακκάς.
Ο κ. Σακκάς εξηγεί ότι η εργασία σε υψηλές θερμοκρασίες, συχνά για πολλές ώρες και με βαρύ προστατευτικό εξοπλισμό, αυξάνει δραματικά τη θερμική καταπόνηση. Ο οργανισμός προσπαθεί να αποβάλει θερμότητα μέσω εφίδρωσης, όμως αν δεν υπάρξει επαρκής αναπλήρωση υγρών και ηλεκτρολυτών, προκαλείται αφυδάτωση και πτώση του όγκου αίματος. Αυτό οδηγεί σε μειωμένη αιμάτωση των νεφρών και αυξημένο κίνδυνο οξείας νεφρικής βλάβης.
Η κατάσταση επιδεινώνεται όταν η έντονη μυϊκή προσπάθεια συνδυάζεται με ζέστη, καθώς μπορεί να εμφανιστούν κράμπες, θερμική εξάντληση ή ακόμη και θερμοπληξία. Σε ακραίες περιπτώσεις, η σοβαρή μυϊκή καταπόνηση ενδέχεται να οδηγήσει σε ραβδομυόλυση, μια επικίνδυνη κατάσταση όπου προϊόντα διάσπασης των μυών επιβαρύνουν τους νεφρούς.
Ο ρόλος της ρύπανσης από τις πυρκαγιές
Στο ερώτημα αν η ρύπανση των πυρκαγιών επηρεάζει μόνο τους πνεύμονες, ο καθηγητής τονίζει πως «ο καπνός από τις δασικές πυρκαγιές είναι ένα σύνθετο μείγμα μικροσωματιδίων (PM2.5), μονοξειδίου του άνθρακα, ερεθιστικών αερίων και χημικών ενώσεων από καύση ξύλου, πλαστικών και άλλων υλικών». Αυτά τα σωματίδια, όπως αναφέρει, επιδεινώνουν το άσθμα, αυξάνουν τη φλεγμονή και επιβαρύνουν την καρδιά.
Παράλληλα, ολοένα και περισσότερα δεδομένα δείχνουν ότι η εισπνοή τους μπορεί να προκαλέσει συστηματική φλεγμονή και οξειδωτικό στρες, μηχανισμούς που επηρεάζουν και τους νεφρούς, ειδικά όταν υπάρχει αφυδάτωση. Η ζέστη «στεγνώνει» και μειώνει την αιμάτωση των νεφρών, ενώ ο καπνός «φορτώνει» τον οργανισμό με φλεγμονή. Ο συνδυασμός αυτός καθιστά τους νεφρούς πιο ευάλωτους, ιδίως σε επαναλαμβανόμενες επιχειρήσεις μέσα στην ίδια αντιπυρική περίοδο.
Η επαναλαμβανόμενη οξεία επιβάρυνση, σύμφωνα με τον κ. Σακκά, δεν είναι αθώα, καθώς μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο χρόνιας νεφρικής νόσου σε βάθος χρόνου.
Πρόληψη και προστασία της υγείας των πυροσβεστών
Για την πρόληψη, ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι «η προστασία των πυροσβεστών χρειάζεται πρακτικές λύσεις: οργανωμένα διαλείμματα, σκιερούς/δροσερούς χώρους αποκατάστασης, συστηματική ενυδάτωση με σωστή αναπλήρωση ηλεκτρολυτών, εκπαίδευση στην αναγνώριση συμπτωμάτων θερμικής καταπόνησης (ζάλη, σύγχυση, έντονη κόπωση), αλλά και παρακολούθηση δεικτών υγείας πριν και μετά από περιόδους υψηλού φορτίου».
Η απλή παρατήρηση του χρώματος των ούρων, η καταγραφή βάρους πριν και μετά τη βάρδια και η έγκαιρη ιατρική εκτίμηση όταν υπάρχουν συμπτώματα, μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Όπως καταλήγει ο κ. Σακκάς, «οι πυροσβέστες προστατεύουν ζωές και περιουσίες. Το ελάχιστο που οφείλουμε είναι να προστατεύουμε συστηματικά και τεκμηριωμένα τη δική τους υγεία, ώστε να επιστρέφουν ασφαλείς όχι μόνο από τη φωτιά, αλλά και από τις “αόρατες” συνέπειές της».