Η εξάπλωση των ηλεκτρονικών αγορών στην Ελλάδα αλλάζει σταδιακά τον χάρτη του λιανεμπορίου και ταυτόχρονα δημιουργεί νέες ευκαιρίες για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το 2025, σύμφωνα με τα χθεσινά στοιχεία της πλατφόρμας ηλεκτρονικού εμπορίου Skroutz περισσότερα από 1.400 ελληνικά καταστήματα ξεπέρασαν τις 100.000 ευρώ σε ετήσιο τζίρο μέσω των ψηφιακών καναλιών πώλησης, αξιοποιώντας την αυξανόμενη στροφή των καταναλωτών προς το ηλεκτρονικό εμπόριο. Μάλιστα η αύξηση του αριθμού των παραγγελιών, σημείωσε αύξηση 21% σε σχέση με το 2024 και με τη μέση αξία παραγγελίας να ξεπερνά τα 52 ευρώ.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από την ΕΛΣΤΑΤ, καθώς όλο και περισσότεροι καταναλωτές χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για ηλεκτρονικές αγορές. Συγκεκριμένα το 69,2% του πληθυσμού ηλικίας 16 - 74 ετών που έχουν οποτεδήποτε χρησιμοποιήσει, έστω και μία φορά, το διαδίκτυο, πραγματοποίησαν, κατά το Α΄ τρίμηνο του 2025, κάποια ηλεκτρονική αγορά ή παραγγελία αγαθών ή υπηρεσιών μέσω του διαδικτύου, για προσωπική χρήση. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό το 2024 που ήταν 62,8%, καταγράφεται αύξηση 6,4 ποσοστιαίων μονάδων, ενώ έχει υπερδιπλασιαστεί σε σύγκριση με το 2014 (29,5%).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των επιχειρήσεων της ελληνικής περιφέρειας, οι οποίες πλέον αξιοποιούν ολοένα και περισσότερο τα ψηφιακά εργαλεία για να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους.
Το 2025, περισσότερα από 2.300 καταστήματα με έδρα εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης δραστηριοποιούνται μέσα από τη συγκεκριμένη πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου, αντιστοιχώντας στο 34% του συνόλου των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων. Από αυτά, περίπου 1.770 βρίσκονται στην ηπειρωτική Ελλάδα και 530 στη νησιωτική χώρα.
Από το 2020 μέχρι σήμερα, ο αριθμός των επιχειρήσεων της περιφέρειας που δραστηριοποιούνται online αυξήθηκε κατά 164%, αποτυπώνοντας τη μετατόπιση των μικρών καταστημάτων προς το ψηφιακό περιβάλλον.
Από την τοπική αγορά στο πανελλαδικό κοινό
Για δεκαετίες, οι επιχειρήσεις της επαρχίας βασίζονταν κυρίως στην τοπική αγορά. Σήμερα, το μοντέλο αυτό μετασχηματίζεται, καθώς όλο και περισσότεροι καταναλωτές ψωνίζουν εκτός της πόλης τους.
Το 2024, το 94% των παραγγελιών που εκτελέστηκαν από καταστήματα της περιφέρειας είχε παραλήπτες εκτός της περιοχής τους, αντιστοιχώντας στο 95% του συνολικού τους τζίρου. Μόλις το 6% των πωλήσεων πραγματοποιήθηκε σε τοπικό επίπεδο.
Στην πράξη, περισσότερες από 9 στις 10 παραγγελίες προέρχονται πλέον από άλλες περιφέρειες της χώρας.
Οι «πρωταθλητές» των αποστολών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι περιοχές με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα σε αποστολές. Στην ηπειρωτική Ελλάδα ξεχωρίζουν οι νομοί Αχαΐας, Κοζάνης, Σερρών, Δράμας και Λάρισας, ενώ στη νησιωτική χώρα στην κορυφή βρίσκονται το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο Κρήτης, τα Δωδεκάνησα, η Λέσβος, η Εύβοια και η Σάμος.
Οι περιοχές αυτές εξελίσσονται σταδιακά σε κόμβους ηλεκτρονικού εμπορίου, παρά την απόστασή τους από τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Το 2025 επιβεβαιώνει ότι η γεωγραφική θέση παύει σταδιακά να αποτελεί περιορισμό. Μικρά καταστήματα από νησιά και επαρχιακές πόλεις μπορούν πλέον να απευθύνονται σε πελάτες σε ολόκληρη τη χώρα, ανταγωνιζόμενα ισότιμα μεγαλύτερους παίκτες.
Η ψηφιακή μετάβαση δεν είναι χωρίς δυσκολίες, ωστόσο διαμορφώνει ένα νέο τοπίο για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις - πιο εξωστρεφές, πιο ανταγωνιστικό και περισσότερο προσανατολισμένο στα δεδομένα.