Η Επιτροπή Ανταγωνισμού αποφάσισε την κατά προτεραιότητα εξέταση και ανάθεση σε αρμόδιο εισηγητή της υπόθεσης που αφορά τις αγορές παροχής υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων, καθώς και συντήρησης και επισκευής σιδηροδρομικού τροχαίου υλικού.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 του ν. 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, προχώρησε στην κατά προτεραιότητα διερεύνηση πρακτικών εταιρείας που δραστηριοποιείται στους συγκεκριμένους τομείς.
Η διερεύνηση αφορά καταγγελία για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης μέσω πρακτικών τιμολογιακής και μη τιμολογιακής φύσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 3959/2011 και το άρθρο 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).
Παράλληλα, εξετάζεται υπόθεση που διαβιβάστηκε από τη Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ), σχετικά με την τήρηση δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η εταιρεία βάσει προηγούμενης απόφασης της ΡΑΣ.
Για τις ανάγκες της έρευνας, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού πραγματοποίησε αιφνιδιαστικούς επιτόπιους ελέγχους στην εταιρεία και απέστειλε ερωτηματολόγια σε άλλες επιχειρήσεις του κλάδου.
Νομικό πλαίσιο
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, ως θεματοφύλακας της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, εφαρμόζει τους κανόνες ανταγωνισμού βάσει του ν. 3959/2011 και των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.
Τα άρθρα 1 του ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ απαγορεύουν συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, ενώ το άρθρο 1Α του ίδιου νόμου απαγορεύει μονομερείς πρακτικές που συνιστούν πρόσκληση σε απαγορευμένη σύμπραξη ή ανακοίνωση μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης.
Τα άρθρα 2 του ν. 3959/2011 και 102 ΣΛΕΕ προβλέπουν την απαγόρευση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης.
Επόμενα βήματα
Η ανάθεση της υπόθεσης σε εισηγητή σηματοδοτεί την έναρξη των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 15 του ν. 3959/2011 για τη λήψη απόφασης. Ωστόσο, όπως διευκρινίζεται, η διαδικασία αυτή δεν προδικάζει το περιεχόμενο της εισήγησης ή της τελικής απόφασης της Επιτροπής.
Η διάρκεια εξέτασης κάθε υπόθεσης εξαρτάται από παράγοντες όπως η πολυπλοκότητα, ο όγκος του διοικητικού φακέλου και ο βαθμός συνεργασίας των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων.