Δεν υφίσταται υπερσυγκέντρωση στον τραπεζικό κλάδο στην Ελλάδα, καθώς τα μερίδια αγοράς των τεσσάρων συστημικών τραπεζών παραμένουν σταθερά για περισσότερο από δέκα χρόνια. Το γεγονός αυτό τόνισε η Acting Γενική Διευθύντρια της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Χαρούλα Απαλαγάκη, στο πλαίσιο της Α' Δημόσιας Διαβούλευσης για την Κλαδική Έρευνα στις Τραπεζικές Καταθέσεις που διοργάνωσε η Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Η κ. Απαλαγάκη υπογράμμισε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, ο τραπεζικός τομέας δεν λειτουργεί ολιγοπωλιακά, παρά τη μετάβαση από το δημόσιο στο ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα τη δεκαετία του 1990.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), στην τραπεζοκεντρική ευρωπαϊκή οικονομία εποπτεύονται άμεσα 112 Συστημικά Σημαντικά Πιστωτικά Ιδρύματα με συνολικό μερίδιο αγοράς 85% στα 21 κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Από αυτά, τέσσερις είναι ελληνικές συστημικές τράπεζες, με προοπτική δημιουργίας και πέμπτης. Οι μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) διαθέτουν συνολικά 61 συστημικές τράπεζες.
Σε πληθυσμιακή βάση, η Ελλάδα παρουσιάζει αναλογία μίας συστημικής τράπεζας ανά 2,5 εκατομμύρια κατοίκους, έναντι μιας ανά 10 εκατομμύρια στην Ιταλία και μιας ανά 4 εκατομμύρια στην Ισπανία, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει υπερσυγκέντρωση.
Σήμερα λειτουργούν στη χώρα 34 πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων τριών συνεταιριστικών τραπεζών, για τις οποίες προβλέπεται εντός του 2026 η άρση των γεωγραφικών περιορισμών δραστηριοποίησης. Σε κάθε μία από τις 21 χώρες της ευρωζώνης, πλην των τεσσάρων μεγάλων, αντιστοιχούν κατά μέσο όρο τρεις συστημικές τράπεζες, ενώ οι μη συστημικές ανέρχονται σε 2.139.
Ψηφιακή πρόσβαση και θεσμικό πλαίσιο
Η Ελλάδα διαθέτει ηπιότερους περιορισμούς στα φυσικά σημεία εξυπηρέτησης σε σχέση με άλλες χώρες της ευρωζώνης, ενώ η ψηφιακή πρόσβαση των καταθετών και δανειοληπτών σε τραπεζικά προϊόντα θεωρείται σύγχρονη. Παράλληλα, το θεσμικό πλαίσιο παραμένει αυστηρό, όπως σημείωσε η κ. Απαλαγάκη, καθώς οι τράπεζες λειτουργούν ως κόμβοι αξιολόγησης του προφίλ πελατών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML), με θετικά αποτελέσματα.
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα στηρίζει κρίσιμες υποδομές της δημόσιας λειτουργίας, όπως την ηλεκτρονική πλατφόρμα «πόθεν έσχες», το Μητρώο Λογαριασμών και την εφαρμογή Bancapp, διατηρώντας 31 εκατομμύρια καταθετικούς λογαριασμούς με αυξημένο λειτουργικό κόστος.
Επιτόκια και αποταμιευτικές τάσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων & Επενδύσεων (31/12/2024), τα χαμηλά καταθετικά υπόλοιπα που χρησιμοποιούνται για καθημερινές συναλλαγές θα αποκτήσουν νέα σημασία στην εποχή του ψηφιακού ευρώ, το οποίο θα λειτουργεί ως wallet με μηδενικό επιτόκιο και περιορισμένη αποταμιευτική δυνατότητα.
Η κ. Απαλαγάκη σημείωσε ότι κάθε πρόταση για ευνοϊκότερη διαχείριση των διαθεσίμων των καταθετών πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Savings and Investments Union.
Η προθεσμιακή κατάθεση, όπως εξήγησε, αποτελεί σύμβαση ορισμένου χρόνου με σταθερό επιτόκιο, το οποίο δεν μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμφωνίας. Αντίθετα, στις χορηγήσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, οι μεταβολές αντικατοπτρίζονται άμεσα, γεγονός που καθιστά τα δύο μεγέθη μη συγκρίσιμα.
Η διαμόρφωση των επιτοκίων είναι πολυπαραγοντική και εξαρτάται από αντικειμενικούς παράγοντες, όπως τα επιτόκια της ΕΚΤ, τις διεθνείς αγορές, τους γεωπολιτικούς κινδύνους και τη συμπεριφορά των αποταμιευτών. Αυτοί οι παράγοντες, όπως τονίστηκε, δεν καθορίζονται από τις ίδιες τις τράπεζες.
Τα συγκριτικά στοιχεία για τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων έως ενός έτους (2006–2025) δείχνουν ότι τα ελληνικά επιτόκια δεν υπολείπονται των μέσων επιπέδων της ευρωζώνης, σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα του SSM.
Τέλος, με βάση τα τριμηνιαία στοιχεία του SSM για το τρίτο τρίμηνο του 2025, ανάμεσα σε 111 συστημικά πιστωτικά ιδρύματα της ευρωζώνης, τέσσερα είναι ελληνικά. Υπάρχουν, ωστόσο, δέκα χώρες όπως η Φινλανδία, η Σλοβενία, η Πορτογαλία και η Κύπρος με λιγότερα – από ένα έως τρία συστημικά ιδρύματα.
Φωτογραφία: Χ. Απαλαγάκη – Πηγή: ΕΕΤ