Τραπεζικές καταθέσεις άνω των 750.000 ευρώ βρήκε η ΑΑΔΕ σε τραπεζικούς λογαριασμούς αγρότη του ειδικού καθεστώτος, ποσά που ήταν αδικαιολόγητα με βάση τις φορολογικές του δηλώσεις και του επέβαλε φόρους και πρόστιμα που ανήλθαν στο μισό των καταθέσεων.
Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε μια ακόμη αφορμή για να δοθούν από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών διευκρινίσεις σχετικά με τους τρόπους δικαιολόγησης των καταθέσεων και τα επιχειρήματα που μπορεί να επικαλεστεί ο ελεγχόμενος, εφόσον, φυσικά, έχει τις σχετικές αποδείξεις.
Ο έλεγχος διενεργήθηκε το 2025, μετά από εντολή του προϊσταμένου της ΔΟΥ Έδεσσας, μετά από πληροφορίες από Σύστημα Μητρώου και Ελέγχων Τραπεζικών Λογαριασμών της ΑΑΔΕ και αφορούσε στο έτος 2019, το οποίο θα παραγράφονταν την 31η Δεκεμβρίου 2025 και επεκτάθηκε και στο 2020, ΄με βάση τα ευρήματα της έρευνας στις καταθέσεις του εν λόγω φορολογούμενου.
Ο αγρότης επικαλέστηκε ότι ΄’ένα σημαντικό μέρος των καταθέσεων που εμφανίζονται στους λογαριασμούς του, ήταν δώρα για τον γάμο του, αλλά δεν έπεισε τους ελεγκτές.
Ο έλεγχος βρήκε στους λογαριασμούς του για το φορολογικό έτος 2019 αδικαιολόγητες καταθέσεις ύψους 256.390,60 ευρώ και του επέβαλε φόρους και πρόστιμα ύψους 148.607,32 ευρώ.
Για το έτος 2020 εντοπίστηκαν καταθέσεις (αδικαιολόγητες κατά την εφορία) ύψους 496.709,72 ευρώ και καταλογίστηκαν φόροι και πρόστιμα ύψους 231.711,96 ευρώ.
Το σύνολο των αδικαιολόγητων καταθέσεων τη διετία 2019-2020 ανήλθε στο ποσό των 753.100,32 ευρώ και το σύνολο των φόρων και των προστίμων ανήλθε σε 394.403,03 ευρώ.
Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, ζητώντας ακύρωση διαπιστώσεων του ελέγχου, πλην όμως, η ΔΕΔ αποδέχτηκε ελάχιστους από τους ισχυρισμούς του και μείωσε το συνολικό ποσό του «λογαριασμού» στο ποσό των 367.746,63 ευρώ.
Παρότι «κουρεύτηκε» το τελικό ποσό της επιβάρυνσης, το ύψος του ανέρχεται στο 49% των αδήλωτων καταθέσεων, εξέλιξη που οφείλεται στη φορολογική μεταχείριση της προσαύξησης περιουσίας από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή, καθώς προβλέπεται:
- Φορολόγηση του «άγνωστου» ποσού με 33%.
- Την επιβολή προστίμου λόγω ανακρίβειας ύψους 50% επί του φόρου που προκύπτει.
- Την επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
Οι οδηγίες της ΔΕΔ για τους ελέγχους των καταθέσεων
Από την απόφαση της ΔΕΔ (186/2026) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, ελάχιστα από τα επιχειρήματα του αγρότη και μείωσε το συνολικό των φόρων και των προστίμων κατά 26.655, 40 ευρώ, ενώ, σχετικά με τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών, υπογραμμίζει τα ακόλουθα:
- Η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς, καθόσον αναλήψεις / καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές-κινήσεις που δεν συνιστούν κατ' ανάγκη φορολογητέο εισόδημα.
- Μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα.
- Το ζητούμενο που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, έτσι ώστε να μην δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό.
- Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να αποδειχθεί και να τεκμηριωθεί από τον έλεγχο ότι, οι συγκεκριμένες αναλήψεις που έγιναν από τον φορολογούμενο από έναν ή περισσότερους λογαριασμούς δαπανήθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί εφικτή η επανακατάθεση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλλους λογαριασμούς.
- Ο έλεγχος της εφορίας κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή για ποσά που προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και δεν προέρχονται από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς.
- Δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών και ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την διαδικασία κίνησης χρηματικών κεφαλαίων.
- Όταν δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προσαύξηση της περιουσίας, τότε αυτή φορολογείται στη χρήση που διαπιστώνεται από τον έλεγχο ότι επήλθε.
- Ο φορολογούμενος δύναται σε κάθε περίπτωση να αποδείξει ότι ο χρόνος αυτός είναι διάφορος από αυτόν που διαπιστώθηκε από τον έλεγχο.
- Δεν υφίσταται προσαύξηση περιουσίας, στην περίπτωση κατά την οποία είναι εμφανής η πηγή προέλευσης ενός χρηματικού ποσού, το οποίο εμφανίζεται ως πίστωση στον τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου φυσικού προσώπου (π.χ. εισόδημα από κεφάλαιο, εισόδημα από κινητές αξίες, πώληση περιουσιακών στοιχείων, δάνειο, κ.τλ.), ακόμα και αν το ποσό αυτό δεν συμπεριελήφθη στις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ενώ υπήρχε σχετική υποχρέωση.
- Η πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό που εντοπίζει η εφορία μέσω ελέγχων μπορεί να λογισθεί και να φορολογηθεί ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, του δικαιούχου του λογαριασμού, εφόσον δεν καλύπτεται με τα δηλωθέντα εισοδήματά του, ούτε από άλλη συγκεκριμένη πηγή ή αιτία, κατόπιν κλήσης του από την ΑΑΔΕ για παροχή πληροφοριών.
- Ο φορολογούμενος οφείλει κατ' αρχήν, να ανταποκριθεί στην κλήση της ελεγκτικής αρχής να της χορηγήσει τα αναγκαία και εύλογα, ενόψει των συνθηκών, στοιχεία διευκρίνισης και επαρκούς δικαιολόγησης της περιουσιακής του κατάστασης, η οποία προδήλως δεν ανταποκρίνεται σε εκείνη που προκύπτει από τα στοιχεία των φορολογικών του δηλώσεων.
- Η άρνηση ή η παράλειψη του φορολογούμενου να παράσχει τις παραπάνω πληροφορίες ή η αδυναμία του να τεκμηριώσει επαρκώς τους ισχυρισμούς προς δικαιολόγηση των επίμαχων ποσών λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση από τη φορολογική αρχή των αποδείξεων σε βάρος του.