Την διατήρηση ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων το 2025, με το πρωτογενές πλεόνασμα να διευρύνεται και τη χώρα να αξιοποιεί τον δημοσιονομικό χώρο για κοινωνικές παρεμβάσεις και δημόσιες επενδύσεις αναδεικνύει η Alpha Bank, στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων για την ελληνική οικονομία.
Όπως σημειώνει η έκθεση, το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης παρέμεινε θετικό για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου η πλειονότητα των κρατών-μελών αναμένεται να καταγράψει ελλείμματα.
Σύμφωνα με την Alpha Bank, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 διαμορφώθηκε στα 12 δισ. ευρώ, από 11,5 δισ. ευρώ το 2024, ενώ το πλεόνασμα στο ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης έφτασε τα 5 δισ. ευρώ, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η τράπεζα υπογραμμίζει ότι η συνέχιση των πρωτογενών πλεονασμάτων ενισχύει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας και λειτουργεί ως «ισχυρό πλεονέκτημα» για την ελληνική οικονομία, κάτι που, όπως τονίζεται, αποτυπώνεται και στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από τους βασικούς οίκους αξιολόγησης.
POS και ηλεκτρονικές πληρωμές αυξάνουν έσοδα και μειώνουν την πίεση στο χρέος
Κεντρικό ρόλο στη βελτίωση των μεγεθών, σύμφωνα με την έκθεση, έπαιξαν τα μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Η Alpha Bank αναφέρει ότι η επέκταση της υποχρεωτικής χρήσης POS και η σύνδεσή τους με την ΑΑΔΕ, σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών, οδήγησαν σε διεύρυνση της φορολογικής βάσης και σε αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος.
Όπως επισημαίνει, η σταθερή αυτή βελτίωση των φορολογικών εσόδων είναι κρίσιμη, καθώς οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε. απαιτούν ισχυρή και διατηρήσιμη απόδοση εσόδων για να μπορούν τα κράτη να αξιοποιούν τον δημοσιονομικό χώρο με μόνιμες παρεμβάσεις.
Η έκθεση συνδέει τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και με τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, σε συνδυασμό με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.
Παράλληλα, τονίζεται ότι η δημοσιονομική σταθερότητα ενισχύει την εμπιστοσύνη των αγορών και περιορίζει τον κίνδυνο χώρας, συμπιέζοντας τα spreads των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών, κάτι που συνεπάγεται χαμηλότερο κόστος δανεισμού στις νέες εκδόσεις.
Περισσότερες δαπάνες, χαμηλότερο «ρίσκο» στις αγορές
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς κινείται πλέον κοντά σε εκείνες της Ιταλίας και της Γαλλίας.
Παρότι το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης παρέμεινε θετικό το 2025, η Alpha Bank σημειώνει ότι ήταν μειωμένο σε σχέση με το 2024, καθώς οι δαπάνες αυξήθηκαν με ελαφρώς υψηλότερο ρυθμό από τα έσοδα.
Όπως αναφέρεται, η βελτιωμένη πορεία των φορολογικών εσόδων επέτρεψε την αξιοποίηση δημοσιονομικού χώρου τόσο για κοινωνικές δαπάνες όσο και για δημόσιες επενδύσεις, με τις συνολικές δαπάνες να αυξάνονται κατά 5,2%.
Η άνοδος αποδίδεται κυρίως σε επενδυτικές δαπάνες (αγορές μη χρηματοοικονομικών παγίων), σε αυξημένες κοινωνικές παροχές και σε αμοιβές προσωπικού.
Η Alpha Bank παραπέμπει στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού 2026, σύμφωνα με την οποία η αύξηση των δαπανών το 2025 συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με υψηλότερες δαπάνες του εθνικού σκέλους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, αλλά και με τη δημοσιονομική παρέμβαση που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο, η οποία περιλάμβανε την επιστροφή «ενός ενοικίου» τον Νοέμβριο, στο πλαίσιο αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης.
Τα έσοδα ανεβαίνουν με «μοχλό» τους φόρους και τους ευρωπαϊκούς πόρους
Στην πλευρά των εσόδων, η έκθεση καταγράφει αύξηση 4,9% το 2025, κυρίως λόγω υψηλότερων φορολογικών εισπράξεων και δευτερευόντως λόγω κεφαλαιακών μεταβιβάσεων, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πόρους από το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Ταμείου Ανάκαμψης.
Επιπλέον, η Alpha Bank υπογραμμίζει ότι την περίοδο 2019-2024 (με εξαίρεση το 2020 λόγω πανδημίας) τα έσοδα αυξάνονταν με υψηλότερο ρυθμό σε σχέση με τις δαπάνες, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση των άμεσων φόρων, λόγω αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης, χωρίς αύξηση φορολογικών συντελεστών εισοδήματος.
Περισσότερες πληρωμές με κάρτα, μικρότερο «κενό» ΦΠΑ
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην εντυπωσιακή άνοδο της χρήσης καρτών στις συναλλαγές.
Η Alpha Bank σημειώνει ότι το ποσοστό της αξίας συναλλαγών με κάρτα στην κατανάλωση των νοικοκυριών αυξήθηκε από 5,1% το 2014 σε 40,8% το 2024 και σε 41,6% το πρώτο εξάμηνο του 2025, επίπεδο υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Η έκθεση συνδέει τη διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών με τη μείωση του «κενού» ΦΠΑ (VAT Gap), το οποίο, όπως αναφέρεται, μειώθηκε από 26,7% το 2014 σε 9% το 2024, ένδειξη βελτίωσης της φορολογικής συμμόρφωσης και της αποτελεσματικότητας του εισπρακτικού μηχανισμού.
Οι κάρτες «μπαίνουν» σε περισσότερες υπηρεσίες, αλλά τα σούπερ μάρκετ κρατούν τα πρωτεία
Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με την οποία η χρήση καρτών διευρύνεται σε περισσότερους κλάδους υπηρεσιών, όπως η εστίαση, η υγεία και η προσωπική φροντίδα, αν και τα αντίστοιχα μερίδια στη συνολική αξία συναλλαγών με κάρτα παραμένουν χαμηλότερα σε σχέση με κατηγορίες όπως τα σούπερ μάρκετ και τα καταστήματα τροφίμων, που αντιστοιχούν στο 25% της συνολικής αξίας.