Επενδύσεις σε κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες φαίνεται ότι μπαίνουν σε τροχιά υλοποίησης στην Ελλάδα, καθώς οι συνθήκες θεωρούνται «αρκετά ώριμες» για την εκκίνηση νέων δραστηριοτήτων.
Όπως αναφέρει ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (Ε), Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, η χώρα σημειώνει ήδη την «πρώτη μικρή νίκη» της ΕΕ στον δρόμο προς την αυτάρκεια σε κρίσιμες πρώτες ύλες, με την επένδυση της METLEN στη Βοιωτία για την παραγωγή γαλλίου.
Η ολοκλήρωση της συγκεκριμένης επένδυσης θα καταστήσει για πρώτη φορά την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτάρκη σε ένα ορυκτό απαραίτητο για την παραγωγή ημιαγωγών, οθονών, ολοκληρωμένων κυκλωμάτων ραδιοσυχνοτήτων και φωτοβολταϊκών υψηλής απόδοσης.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Γιαζιτζόγλου, η παραγωγή μιας κρίσιμης πρώτης ύλης εντός Ευρώπης δεν αποτελεί πανάκεια, καθώς το υψηλότερο κόστος παραγωγής εγείρει ερωτήματα για το πώς θα καλυφθεί η διαφορά σε σχέση με τις κινεζικές εισαγωγές.
Τα τελευταία 30 χρόνια η ζήτηση για ορυκτές πρώτες ύλες στην Ευρώπη έχει διπλασιαστεί, ενώ η παραγωγή έχει μειωθεί στα δύο τρίτα.
«Η Κίνα, αλλά και άλλες χώρες εκτός Ευρώπης, έχουν αποκτήσει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα», σημειώνει ο πρόεδρος του Ε, προσθέτοντας ότι η Δύση επί δεκαετίες επέλεξε τη φθηνή προμήθεια πρώτων υλών από τρίτες χώρες, δημιουργώντας εξάρτηση που τώρα αποδεικνύεται προβληματική.
Οι ελληνικές κρίσιμες πρώτες ύλες και οι επενδύσεις
Σύμφωνα με τον κ. Γιαζιτζόγλου, η Ελλάδα παράγει σήμερα δύο από τα 34 ορυκτά που περιλαμβάνονται στον κατάλογο της ΕΕ με τις κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες: βωξίτη και αλουμίνα.
Η παραγωγή τους πραγματοποιείται στη Βοιωτία, όπου λειτουργεί μία από τις σημαντικότερες μονάδες παραγωγής αλουμινίου στην Ευρώπη.
Μέχρι το 2026 αναμένεται να ξεκινήσει η παραγωγή χαλκού από την επένδυση της «Ελληνικός Χρυσός» στη Χαλκιδική, καθώς και γαλλίου από τη METLEN στη Βοιωτία.
Με την ολοκλήρωση αυτών των έργων, η Ελλάδα θα συμβάλει καθοριστικά στην κάλυψη των αναγκών της ΕΕ σε κρίσιμες πρώτες ύλες, προσφέροντας –όπως σημειώνει ο κ. Γιαζιτζόγλου– «την πρώτη μικρή νίκη» της Ευρώπης στον τομέα αυτό.
Οι επενδύσεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο έργων εξόρυξης και επεξεργασίας ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ, ενώ την τελευταία δεκαετία έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά επενδύσεις άνω των 2 δισ. ευρώ στον ελληνικό εξορυκτικό κλάδο.
Το υπέδαφος της χώρας διαθέτει κοιτάσματα αντιμονίου, γερμανίου, νικελίου και κοβαλτίου, καθώς και ενδείξεις για βολφράμιο και σπάνιες γαίες.
Αυξανόμενη ζήτηση και περιορισμένα αποθέματα
Η ζήτηση για μέταλλα όπως ο χαλκός αναμένεται να αυξηθεί δραματικά, έως και 1000%, λόγω της ανάπτυξης των data centers, των πράσινων τεχνολογιών και των ηλεκτρικών οχημάτων.
Ο κ. Γιαζιτζόγλου προειδοποιεί ότι τα αποθέματα είναι πεπερασμένα και η ωρίμανση μιας εξορυκτικής επένδυσης απαιτεί περισσότερα από δέκα χρόνια.
«Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη των πράσινων τεχνολογιών και των τεχνολογιών πληροφορίας δεν λαμβάνουν υπόψη εάν είναι εφικτό να εξυπηρετηθεί η μελλοντική ζήτηση πρώτων υλών», αναφέρει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η αύξηση της ζήτησης οδηγεί σε σημαντική άνοδο των τιμών, κάτι που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την κατανάλωση.
Περιβαλλοντικές προκλήσεις και ισορροπία
Αναφορικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εξόρυξης, ο πρόεδρος του Ε υπογραμμίζει ότι «δεν μπορεί να υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα χωρίς επίπτωση στο περιβάλλον».
Η αξιολόγηση, όπως σημειώνει, πρέπει να γίνεται με βάση το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη και τις επιπτώσεις κάθε δραστηριότητας και εναλλακτικής λύσης.
«Στην ΕΕ εφαρμόζουμε τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές για την ελαχιστοποίηση του αποτυπώματος της εξόρυξης. Ελαχιστοποίηση όμως δεν σημαίνει μηδενισμός», τονίζει, προσθέτοντας ότι η κατανάλωση πρώτων υλών εξαρτάται από τους πολίτες και όχι αποκλειστικά από τις εξορυκτικές επιχειρήσεις.
Η πρωτοβουλία «Τα ορυκτά έχουν vibe»
Ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων έχει ξεκινήσει την πρωτοβουλία «Τα ορυκτά έχουν vibe», με στόχο την ενημέρωση του κοινού για τη σημασία των ορυκτών στην καθημερινότητα, την τεχνολογία και την πράσινη μετάβαση.
Μέσα από σύντομο και κατανοητό περιεχόμενο στα social media, η πρωτοβουλία επιδιώκει να αναδείξει ότι «τα ορυκτά δεν είναι απλώς πρώτες ύλες, αλλά το θεμέλιο του μέλλοντος που χτίζουμε».