Σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων δανεισμού και αυστηρών κριτηρίων πιστοδότησης, τα χρηματοδοτικά εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) αποτελούν μια «όαση» για τους μικρούς παίκτες του ελληνικού επιχειρείν.
Όπως προκύπτει από την Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος για το έτος 2025, η συμβολή των χρηματοδοτικών εργαλείων στην αύξηση των επενδύσεων αλλά και στην παροχή ρευστότητας σε ελληνικές επιχειρήσεις, ιδίως σε μικρομεσαίες, ήταν καθοριστική.
Συγκεκριμένα, με τη στήριξη του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) εκταμιεύθηκαν τραπεζικά δάνεια προς επιχειρήσεις συνολικού ύψους 3,5 δισ. ευρώ, ποσό σημαντικά αυξημένο από τα 2,6 δισ. του 2024, αντανακλώντας τη σταδιακή ωρίμανση των επενδυτικών σχεδίων που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα.
Από αυτά, περίπου 2 δισ. ευρώ αφορούσαν πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ το υπόλοιπο ποσό προήλθε από τη συμμετοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο των συγχρηματοδοτήσεων.
Μάλιστα, τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, σε συνδυασμό με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία, αντιστοιχούν στο 29% της συνολικής πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, έναντι 27% το 2024, επιβεβαιώνοντας την ελκυστικότητά τους.
Δύναμη πυρός το RRF για τις μικρομεσαίες
Από το σύνολο των εκταμιευθέντων πόρων, περίπου τα 3 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν προς πολύ μικρές, μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, υπογραμμίζοντας την ανάγκη των ΜμΕ για ρευστότητα με ευνοϊκούς όρους.
Η συμβολή των προγραμμάτων συγχρηματοδότησης ή εγγυοδοσίας είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς από το σύνολο των δανείων που έλαβαν οι ΜμΕ το 2025, το 40% σε αξία προήλθε από χρηματοδοτικά εργαλεία, ποσό σημαντικά ενισχυμένο από το 25% του 2023.
Ενδεικτικό στοιχείο των στοχευμένων πολιτικών στήριξης των ΜμΕ είναι πως μόνο στο πλαίσιο του ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, άνω του 90% των χορηγηθέντων δανείων κατευθύνθηκε προς επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών χαμηλότερο από 10 εκατ. ευρώ και λιγότερους από 50 εργαζομένους.
Γιατί οι επιχειρήσεις προτιμούν δάνεια μέσω του RRF
Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης είναι πως αποτελούν συγχρηματοδοτούμενα εργαλεία, και ως αποτέλεσμα το επιτόκιο είναι αισθητά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της αγοράς.
Όπως αναφέρει η έκθεση της ΤτΕ, το μεσοσταθμικό επιτόκιο των δανείων του RRF διαμορφώθηκε σε 1,72% το 2025, την ίδια στιγμή που το αντίστοιχο μέσο ετήσιο επιτόκιο των κοινών τραπεζικών επιχειρηματικών δανείων διαμορφώθηκε σε 5,06% κατά μέσο όρο την περίοδο 2023-25.
Αυτή η διαφορά δεν ελαφραίνει μονάχα το κόστος χρηματοδότησης, αλλά αποτελεί και ένα «μαξιλάρι» προστασίας για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των επενδυτικών σχεδίων και των επιχειρήσεων εν γένει.
Επιπλέον, η έκθεση της ΤτΕ αποκαλύπτει πως το 2025 η ζήτηση για δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης παρέμεινε ισχυρή ως προς τον αριθμό των αιτήσεων, αλλά αφορούσε κατά κανόνα μικρότερου μεγέθους δάνεια, εξέλιξη που συνιστά ένδειξη κορεσμού της ζήτησης για επενδυτικά έργα μεγάλης κλίμακας.
Η εξέλιξη αυτή συμβαδίζει με την ενισχυμένη συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες δεν έχουν τα εργαλεία για μεγάλες επενδύσεις. Αντιθέτως, λαμβάνουν δάνεια μικρότερης αξίας για μικρές επενδύσεις ή εκσυγχρονισμούς.
Πάντως, έως το τέλος του 2025 οι εκταμιεύσεις δανείων υπερέβησαν το 50% της συνολικής αξίας των υπογεγραμμένων δανειακών συμβάσεων, έναντι περίπου 40% στο τέλος του 2024 και 22% στο τέλος του 2023.
Δεδομένου ότι τα δάνεια του RRF έχουν επενδυτικό χαρακτήρα και εκταμιεύονται τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων, η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η επιτάχυνση των εκταμιεύσεων συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εκταμίευση δόσεων δανείων που είχαν συμβασιοποιηθεί κατά τα προηγούμενα έτη.
Επομένως, η αυξημένη εκταμιευτική δραστηριότητα το 2025 αντανακλά κυρίως την πρόοδο υλοποίησης έργων που είχαν εγκριθεί σε προγενέστερα στάδια του προγράμματος, σημειώνει η έκθεση της ΤτΕ.
Η επίδραση του RRF συνεχίζεται
Παρά το γεγονός πως η διαδικασία συμβασιοποίησης των δανείων του RRF αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του 2026, η επίδρασή τους στη ρευστότητα των επιχειρήσεων εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί.
Η έκθεση της ΤτΕ αναφέρει πως επειδή τα έργα θα υλοποιούνται πέραν του εν λόγω χρονικού ορίζοντα, οι εκταμιεύσεις θα συνεχιστούν έως και το 2029.
Παράλληλα, στα «σκαριά» βρίσκονται και νέα χρηματοδοτικά προγράμματα που συνδέονται με την πράσινη μετάβαση, την ενεργειακή αναβάθμιση και τη στήριξη της κοινωνικής συνοχής.
Το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο για την περίοδο 2028-2034 εκτιμάται πως θα διοχετεύσει στην οικονομία πόρους αντίστοιχου ύψους με το ισχύον πρόγραμμα ΕΣΠΑ και θα χρηματοδοτήσει επενδύσεις σε τομείς όπως οι μεταφορές, η ενέργεια και τα ψηφιακά δίκτυα.