Ένταση προκάλεσε στη Βουλή η έναρξη της συζήτησης του νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τίτλο «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας».
Κόμματα της αντιπολίτευσης ζήτησαν την απόσυρσή του, επικαλούμενα την εμπλοκή του προέδρου της ΕΕ σε υπόθεση που διερευνάται για τα Προγράμματα Κατάρτισης και τη συμμετοχή του στην Κοινωνική Συμφωνία ως εθνικού εταίρου.
Το αίτημα απορρίφθηκε από τη Νέα Δημοκρατία.
Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως απάντησε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά ζητήματα: την Κοινωνική Συμφωνία και τα Προγράμματα Κατάρτισης Ανέργων.
Όπως ανέφερε, η υπόθεση των Προγραμμάτων Κατάρτισης αφορά το φυσικό πρόσωπο του κ. Παναγόπουλου, ο οποίος έχει λάβει ειδοποιητήριο από την Ανεξάρτητη Αρχή Ξεπλύματος Μαύρου Χρήματος.
Τόνισε ότι πρέπει να υπάρξει πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης, ενώ υπογράμμισε ότι η θεσμική συνεργασία της Πολιτείας με τους κοινωνικούς εταίρους αποτελεί ξεχωριστό θέμα.
Απευθυνόμενη στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, η υπουργός σημείωσε ότι κατανοεί τη δύσκολη θέση του κόμματος λόγω της συμμετοχής του κ. Παναγόπουλου και του προέδρου της ΕΒΕΕ κ. Καββαθά, μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, στην Κοινωνική Συμφωνία.
Επισήμανε πως για πρώτη φορά υπήρξε συμφωνία κυβέρνησης και όλων των κοινωνικών εταίρων για ένα πλαίσιο που ανοίγει τον δρόμο για αυξήσεις μισθών και παροχών, κατηγορώντας την αντιπολίτευση ότι το επικρίνει αδικαιολόγητα.
Αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης
Το αίτημα για απόσυρση του νομοσχεδίου διατύπωσε πρώτος ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ Νίκος Καραθανασόπουλος, χαρακτηρίζοντάς το «νομοσχέδιο-έκτρωμα» και αποτέλεσμα διαλόγου μεταξύ του υπουργείου Εργασίας, της ηγεσίας της ΕΕ, του ΣΕΒ και των εργοδοτών.
Υποστήριξε ότι η ηγετική ομάδα της ΕΕ λειτουργούσε ως μηχανισμός συνδιαλλαγής με το κράτος και την εργοδοσία, μακριά από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Από τη Νέα Αριστερά, ο Νάσος Ηλιόπουλος υποστήριξε ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει την υπόθεση στα πρόσωπα, ενώ υπάρχουν ευρύτερες εμπλοκές του υπουργείου Εργασίας και συγκεκριμένων εταιρειών.
Ανέφερε ως παράδειγμα την εταιρεία «ΑΩΖ ΑΕ», η οποία φέρεται να ανέλαβε έργα από διάφορους δημόσιους φορείς μετά τη σύστασή της.
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Γιαννούλης έκανε λόγο για «αξιακό πρόβλημα» στο νομοσχέδιο, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να αποδώσει ευθύνη μόνο στον πρόεδρο της ΕΕ.
Επισήμανε ότι υπάρχει και πολιτικό ζήτημα δεοντολογίας σε σχέση με την υπογραφή της Κοινωνικής Συμφωνίας από πρόσωπα που ελέγχονται για τη διαχείριση προγραμμάτων.
Από την Ελληνική Λύση, ο Κωνσταντίνος Χήτας δήλωσε ότι τα σκάνδαλα αποκαλύπτονται συνεχώς λίγο πριν από κρίσιμες κοινοβουλευτικές συζητήσεις, κάνοντας λόγο για «βαθύ κράτος» και «διαφθορά». Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι φέρνει νομοσχέδιο για τους εργαζομένους ενώ εκκρεμούν σοβαρές υποθέσεις.
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Χρήστος Μάντζιος τόνισε ότι το κόμμα του έχει ήδη καταγγείλει τη διαδικασία και την ουσία του νομοσχεδίου, υπογραμμίζοντας την αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης.
Αναφορικά με την υπόθεση της ΕΕ, σημείωσε ότι το ΠΑΣΟΚ ενήργησε άμεσα, διαγράφοντας τον κ. Παναγόπουλο, και ζήτησε να λογοδοτήσει η κυβέρνηση για τον χειρισμό των Προγραμμάτων Κατάρτισης.
Η απάντηση της ΝΔ και οι τοποθετήσεις άλλων κομμάτων
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Μακάριος Λαζαρίδης κατηγόρησε τα κόμματα της αντιπολίτευσης για υπερβολικές αντιδράσεις, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση πέτυχε για πρώτη φορά συμφωνία με όλους τους κοινωνικούς εταίρους.
Υπογράμμισε ότι το νομοσχέδιο ενισχύει τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, καταργώντας τη μερική μετενέργεια και επαναφέροντας το προ-μνημονιακό καθεστώς πλήρους μετενέργειας.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωή Κωνσταντοπούλου επέκρινε την υπουργό Εργασίας για τη σιωπή της σχετικά με το εργατικό δυστύχημα στη ΒΙΟΛΑΝΤΑ, κατηγορώντας την κυβέρνηση για συγκάλυψη. Κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής της υπήρξε ένταση με βουλευτές της ΝΔ, όταν αρνήθηκε να ανακαλέσει χαρακτηρισμούς για τους συναδέλφους της.
Η συζήτηση του νομοσχεδίου συνεχίζεται με τις τοποθετήσεις εισηγητών και ειδικών αγορητών, ενώ έχουν εγγραφεί περισσότεροι από 67 βουλευτές για να λάβουν τον λόγο.