Η αναζήτηση της επίσημης γλώσσας του νέου ελληνικού κράτους υπήρξε μία από τις πιο κρίσιμες πτυχές του Αγώνα για την Παλιγγενεσία. Πέρα από τον λυτρωμό των εδαφών, η ανάγκη για μια ενιαία γλωσσική ταυτότητα καθόρισε τον χαρακτήρα του υπό διαμόρφωση ελεύθερου έθνους.
Αν και η Επανάσταση ένωσε διαφορετικές κοινωνικές και γεωγραφικές ομάδες, η σύγκρουση ιδεών για τη γλώσσα και την Παιδεία δεν έπαψε ποτέ να υποβόσκει. Από τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό έως και τη διάρκεια του Αγώνα, η γλωσσική διαμάχη συνδέθηκε στενά με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τις φατριαστικές συγκρούσεις.
Μέσα στην επαναστατική δίνη, συναντήθηκαν για πρώτη φορά έμποροι, ναυτικοί, Φαναριώτες, κλέφτες, λόγιοι και ιερείς, άνθρωποι με διαφορετική παιδεία και νοοτροπία. Ο κοινός τους ενθουσιασμός για την ελευθερία απαιτούσε ένα ενιαίο γλωσσικό όργανο έκφρασης, ικανό να συνδέσει το έθνος σε πνευματικό επίπεδο.
Ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια, το αίτημα για την «αφύπνιση της εθνικής συνείδησης» μέσω της Παιδείας συνόδευε το ιδανικό της ελευθερίας. Όπως έλεγε ο Σπύρο-Μήλιος στο Μεσολόγγι, η ελευθερία θα κερδιζόταν «με το πέννα και με το πάλα», υπογραμμίζοντας τη σημασία της μόρφωσης δίπλα στα όπλα.
Μετά τις πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες, η διαμάχη για τη γλώσσα αναζωπυρώθηκε. Οι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού, οι υποστηρικτές της «μέσης οδού» του Κοραή και οι συντηρητικοί κύκλοι συγκρούστηκαν για τη μορφή που θα έπρεπε να λάβει η νέα εθνική γλώσσα. Τα πρώτα Συντάγματα γράφτηκαν σε μια απλουστευμένη αλλά αρχαΐζουσα γλώσσα, αποκλείοντας την καθομιλουμένη.
Η επιρροή των Φαναριωτών και η καθιέρωση της καθαρεύουσας
Η σύναψη του πρώτου δανείου και η ανάγκη για διπλωματικά έμπειρα στελέχη ενίσχυσαν την επιρροή των Φαναριωτών. Η υπεροχή τους αποτυπώθηκε και στη γλώσσα, που έγινε όλο και πιο λόγια και εξεζητημένη. Ακόμη και οι αγράμματοι οπλαρχηγοί προσλάμβαναν γραμματικούς για να συντάσσουν τα έγγραφά τους σε αρχαΐζουσα μορφή, χάνοντας συχνά την αυθεντικότητα του λόγου τους.
Η καθαρεύουσα επικράτησε σταδιακά στη δημόσια ζωή, στους θεσμούς και στην αλληλογραφία. Οι τίτλοι και οι τρόποι απεύθυνσης απέκτησαν φαναριώτικη επισημότητα, ενώ η απλή γλώσσα του λαού παραγκωνίστηκε.
Η Παιδεία και ο Τύπος στον Αγώνα
Κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων, η έλλειψη παιδείας έγινε ακόμη πιο αισθητή. Πολλοί λόγιοι, όπως ο Νεόφυτος Βάμβας και ο Βενιαμίν Λέσβιος, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Παρά τις προσπάθειες πρωτοπόρων παιδαγωγών, όπως ο Φαρμακίδης και ο Κωνσταντάς, που πρότειναν τη διδασκαλία στην καθομιλουμένη, η επικράτηση των Φαναριωτών ανέκοψε την πρόοδο προς μια πιο λαϊκή εκπαίδευση.
Το σχέδιο του Γαζή το 1824 για την ίδρυση Γυμνασίων, Λυκείων και Πανεπιστημίου κατά τα γαλλικά πρότυπα, στόχευε στην αναβίωση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Ο Τύπος της εποχής, γραμμένος σε βαριά αρχαΐζουσα, παρέμενε δυσνόητος για τον απλό λαό και αδυνατούσε να μεταδώσει το πνεύμα της Επανάστασης.
Η συνέχεια του γλωσσικού αγώνα
Παρά τη νίκη του 1821, ο αγώνας για μια ζωντανή, κοινή γλώσσα δεν έληξε. Οι προσπάθειες φωτισμένων ανθρώπων, όπως ο Ψαλίδας και ο Σολωμός, που συνέδεαν την ελευθερία με τη γλώσσα, δεν στάθηκαν αρκετές για να αποτρέψουν την επικράτηση της καθαρεύουσας. Για περισσότερο από έναν αιώνα, η Ελλάδα συνέχισε να μάχεται για την καθιέρωση ενός ενιαίου εκφραστικού οργάνου, ικανού να εκφράσει το πνεύμα και την ψυχή του έθνους.